The Crucible: Όταν ο Άρθουρ Μίλλερ απογύμνωσε τον Μακαρθισμό.

Στις 10 Ιουνίου του 1692 η Μπρίτζετ Μπίσοπ γίνεται το πρώτο θύμα της Δίκης των μαγισσών στην πόλη Σάλεμ της Μασαχουσέτης. Τρεις αιώνες αργότερα, το 1952, ο Άρθουρ Μίλλερ περνά μια ολόκληρη εβδομάδα περπατώντας στα υγρά σοκάκια της πόλης Σάλεμ έχοντας στο μυαλό του να γράψει ένα θεατρικό έργο ξεμπροστιάζοντας την επιτροπή Αντι-αμερικάνικων δραστηριοτήτων και το δικό τους «κυνήγι μαγισσών».

Ματριόσκα η Κόκκινη 09/06/2021 | 18:11

Παρότι πάνω από 50.000 άνθρωποι, αναμεσά τους και μικρά παιδιά, θανατώθηκαν σαν μάγοι και μάγισσες στην Ευρώπη τον 16ο και 17ο αιώνα, η πιο διάσημη δίκη μαγισσών έγινε στην Αμερικανική Ήπειρο το 1692. Στην πόλη του Σάλεμ μια παρέα κοριτσιών ξεκίνησε τις κατηγορίες για μαγεία εναντίον διάφορων κατοίκων. Η υστερία των  αλληλοκατηγοριών δεν άργησε να εξαπλωθεί.

Όλη η πόλη βυθίστηκε σε μια τρέλα. Κανείς δεν έμεινε στο απυρόβλητο. Ακόμα και επιφανείς πολίτες με φιλανθρωπική δράση και αποδεδειγμένο χριστιανικό ήθος κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες του διαβόλου. Τα κίνητρα πίσω από αυτές τις κατηγορίες περί μαγείας ήταν πάντα τα ίδια: τα χρήματα, η γη, η πολιτική εξουσία και η προσωπική ζήλεια παρακινούσαν τους κατήγορους να δίνουν ονόματα συμπολιτών τους ως «δούλων του Σατανά».

Η Μπρίτζετ Μπίσοπ υπήρξε χήρα δυο φορές πριν παντρευτεί τον τρίτο της άνδρα, έναν πλούσιο ταβερνιάρη της πόλης. Οι περισσότεροι από τους κατήγορους της δεν την είχαν συναντήσει ποτέ δια ζώσης παρόλα αυτά ορκίστηκαν στο δικαστήριο πως το πνεύμα της συχνά τους παρενοχλούσε και τους δάγκωνε στο σκοτάδι. Κρεμάστηκε δημόσια. Ακολούθησαν και άλλες  εκτελέσεις «μαγισσών», φυλακίσεις, κατασχέσεις περιουσιών, λοιδορίες σε, μέχρι πρότινος, αξιοσέβαστους πολίτες.

Η Αμερική του 17ου αιώνα ήταν μια θεοκρατική κοινωνία.  Ο συντηρητισμός της θρησκείας είχε αγκαλιάσει κάθε πτυχή της κοινωνικής και προσωπικής ύπαρξης του ατόμου. Ο πουριτανισμός θεωρούσε αμαρτία σχεδόν τα πάντα. Οι όποιες έννοιες της ελευθερίας και της δημοκρατίας σταματούσαν μπροστά στο φόβο για τον Θεό. Αρκετοί πλούσιοι γαιοκτήμονες και έμποροι χρησιμοποίησαν τους καλούς δεσμούς τους με τους θρησκευτικούς θεσμούς για να ισχυροποιήσουν τις πολιτικές τους θέσεις εντός των αποικιών.

Οι αποικίες ήταν κλειστές κοινωνίες. Ο φόβος για το άγνωστο περιβάλλον, τις άγριες ινδιάνικες φυλές, η νοσταλγία για τους χαμένους δεσμούς με την ευρωπαϊκή τους γενέτειρα έκανε τους κατοίκους των πόλεων όλο και πιο εσωστρεφείς αφήνοντας άπλετο χώρο στην κοινωνική υποκρισία να αναπτυχθεί.

Το 1947 ο Άρθουρ Μίλλερ γράφει ένα σενάριο με το τίτλο «The Hook». Ήταν εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του Πιτ Πάντο ενός Ιταλού λιμενεργάτη και ακτιβιστή ο οποίος τα έβαλε με την μαφία που διοικούσε το συνδικάτο των λιμενεργατών. Δεχόμενος ένα τηλεφώνημα για συνάντηση βρέθηκε λίγες μέρες αργότερα νεκρός στο πάτο ενός πηγαδιού. Αμέσως οι κατηγορίες στράφηκαν στο νέο αφεντικό της μαφίας ο οποίος είχε άμεση σχέση με τους συνδικαλιστές τους οποίους κατηγορούσε ο Πάντο. Ο κύριος μάρτυρας και κατήγορος του για την υπόθεση, Άμπε Ρέλες, «έπεσε» ή μάλλον τον έριξαν από το παράθυρο του ξενοδοχείου ενώ υποτίθεται πως τον φύλαγαν 6 άνδρες της αστυνομίας..

Ο Άρθουρ Μίλλερ έγραψε το σενάριο και την σκηνοθεσία την είχε αναλάβει ο Ελία Καζάν. Η ταινία θα γυριζόταν από την Columbia Pictures και το τελικό οκ θα το έδινε ο συνιδρυτής και παραγωγός ταινιών Χάρι Κον, ο οποίος έκανε κάτι ανήκουστο για την εποχή: Πήρε το σενάριο του Μίλλερ και το έδειξε στην ηγεσία του FBI. Εκείνοι το γύρισαν πίσω ζητώντας από τον Μίλλερ να αλλάξει το σενάριο και αντί για την μαφία να εμπλέξει ως «κακούς και διεφθαρμένους» τους κομμουνιστές συνδικαλιστές ως δάκτυλο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Μίλλερ αρνήθηκε να κάνει την αλλαγή και απέσυρε το σενάριο του. Ο Κον του έστειλε ένα τελεσίγραφο «Είναι αληθινά πολύ παράξενο που αποσύρεις την ταινία σου ακριβώς την στιγμή που προσπαθούμε να την κάνουμε πατριωτική» ( κατά λέξη υπερ των Αμερικάνων).

Ο Μίλλερ χωρίς να ΄χει άμεσες σχέσεις με το κομμουνιστικό κόμμα δεν έκρυψε ποτέ την συμπάθεια του απέναντι σε κάποιες κομμουνιστικές ιδέες ενώ διατηρούσε φιλικές σχέσεις με πολλούς συμπαθούντες ή μέλη του κομμουνιστικού κόμματος στο καλλιτεχνικό χώρο.

Θεωρούσε παράλογη την απαίτηση την αλλαγή του σεναρίου του. Το 1938, όταν η Επιτροπή Αντι-αμερικάνικων Δραστηριοτήτων άρχισε να ασχολείται με τον κομμουνιστικό κίνδυνο στην Αμερική κανείς δεν είχε πάρει στα σοβαρά τον ρόλο της. Την απάρτιζαν αστοιχείωτοι βουλευτές οι οποίοι ξεψάχνιζαν θεατρικά έργα για να σταματήσουν την διάχυση του κομμουνισμού στην νεολαία.. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η επιτροπή αναρωτιόταν αν ο Κρίστοφερ Μάρλοου ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Αγγλίας..Ο Μάρλοου δολοφονήθηκε πάνω σε καυγά σε ταβέρνα τις 30 Μαϊου του 1593.. Δηλαδή 196 χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση που διαχώρισε το πολιτικό φάσμα σε Δεξιά-Αριστερά, 225 χρόνια πριν την γέννηση του Μαρξ και  255 χρόνια πριν την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και την ίδρυση της ‘’Κομμουνιστικής Λίγκας’’ στην Μεγάλη Βρετανία η οποία υπήρξε το πρώτο επίσημα μαρξιστικό κόμμα στην Ευρώπη ως την διάλυση του το 1852.

Ποιος μετρά βέβαια λεπτομέρειες;

Δυστυχώς δεν κατάφερα να μάθω αν τον καλέσαν μπροστά στην επιτροπή ή  αν τελικά έμαθαν πως ήταν νεκρός αιώνες πριν..Πιθανόν μπορεί ακόμα να εκκρεμεί η απολογία του..

Η δραστηριότητα της επιτροπής ατόνησε με τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έγιναν σύμμαχοι κατά της ναζιστικής Γερμανίας. Με το τέλος του πολέμου η Επιτροπή αναβαθμίστηκε και της παραχωρήθηκαν αυξημένες εξουσίες. Πλέον, ήταν μια 9μελής επιτροπή η οποία συνεδρίαζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς να έχει ζητηθεί από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Η θεματολογία της επιτροπής ήταν πλέον ευρεία..Αντι να ψάχνουν Άγγλους κομμουνιστές νεκρούς ποιητές του 16ου αιώνα έψαχναν κάθε πολίτη της χώρας που  μπορεί να ήταν κομμουνιστής και ...στα σίγουρα...και πράκτορας των Σοβιετικών.

Παρότι το Κομμουνιστικό κόμμα της Αμερικής δεν ήταν παράνομο όλα τα μέλη του μπήκαν στο μικροσκόπιο. Χρειάστηκαν μόλις ελάχιστοι μήνες μέχρι κάθε προσωπική, φιλική, επαγγελματική και κοινωνική επαφή ενός δηλωμένου κομμουνιστή να μπει και αυτή κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Επιτροπής. Ακολούθησαν όλοι όσοι ήταν ή φαίνονταν αριστεροί.Μόλις 4 χρόνια μετά την απόσυρση του πρώτου του σεναρίου, το 1951, η υστερία εναντίον των Κόκκινων ήταν τέτοια που δεν χρειαζόταν καν να ΄χει κάποιος άμεση σχέση με κάποιον κομμουνιστή ή αριστερό..Αρκούσε να εξέφραζε ιδέες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν στο περίπου ως αριστερές ή ακόμα χειρότερο αν εξέφραζε την άποψη πως ‘’Η επιτροπή το ΄χε παρακάνει..’’ γιατί ποιος άλλος εκτός από έναν πράκτορα των Σοβιετικών, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο;

Ο Μίλλερ έχοντας δει μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα όλους τους φίλους του και γνωστούς του να χάνουν τις δουλειές του, να καλούνται σε απολογία μπροστά στην επιτροπή, να φτάνουν στην φτώχεια,στην απόγνωση και στην αυτοκτονία προσπαθεί να γράψει ένα έργο για όλα αυτά. Καταλήγει στην υπόθεση των μαγισσών στο Σάλεμ και την μαζική υστερία που ΄χε ξεσπάσει γύρω από το κυνηγητό τους.

Το 1952, γράφει το θεατρικό του έργο.  Τα γεγονότα του διαφέρουν αρκετά από την πραγματικότητα. Τα ονόματα παραμένουν τα ίδια όμως οι ηλικίες, οι σχέσεις και η εξέλιξη των γεγονότων διαφέρουν αρκετά.

Κεντρικά πρόσωπα είναι η νεαρή Αμπιγκέιλ Ουίλιαμς, ο Τζον Πρόκτορ και η γυναίκα του Ελίζαμπεθ.  Ο Τζον ερωτεύεται την νεαρή υπηρέτρια  Αμπιγκέιλ και διαπράττει μοιχεία. Η γυναίκα του την διώχνει από το σπίτι. Τα ήθη της εποχής δεν επιτρέπουν στο ζευγάρι να χωρίσει και ζουν κάτω από την ίδια στέγη με την γυναίκα να υπομένει καρτερικά πότε ο άνδρας της θα ξεχάσει τον έρωτα του για την άλλη . Η Αμπιγκέιλ κυριευμένη από τον έρωτα για τον Τζον και την ζήλεια της για την Ελίζαμπεθ ζητά από την αφρικανική καταγωγής Τιτουμπα να κάνουν μια ιεροτελεστία μαζί με άλλες κοπέλες του χωριού ώστε να καταραστούν την Ελίζαμπεθ. Εκείνη, παρότι αρνείται, μαζεύει τις κοπέλες του χωριού να χορέψουν στο δάσος κάνοντας μικρές «μαγικές τελετές» ώστε να τις ερωτευτούν οι αγαπημένοι τους. Σε μια από αυτές τις μαζώξεις εμφανίζεται ο θείος και ιερέας της πόλης Πάρις ο οποίος διαλύει τον χορό. Η μικρή του κόρη τρομοκρατημένη «πέφτει άρρωστη» μαζί με ένα άλλο κορίτσι του χωριού και από εκεί ξεκινά η υπόθεση.

Τα κορίτσια φοβούμενα να μην τα κατηγορήσουν για μαγεία ρίχνουν τις κατηγορίες στην αρχή στην Τιτούμπα, μετά εκείνη στις δυο μαμές της περιοχής ( συχνά οι γυναίκες που ξεγεννούσαν ήταν τα ιδανικά θύματα ) και ύστερα όλες μαζί, με αρχηγό της Αμπιγκέιλ, ρίχνουν κατηγορίες στον οποιαδήποτε και στην οποιαδήποτε επιθυμούν να πάρουν εκδίκηση οι ίδιες ή προς συμφέρον των οικογενειών τους ώστε να επιλυθούν θέματα χρεών ή διεκδικούμενης γης..

Καθώς εξελίσσεται το θεατρικό έργο βλέπουμε μπροστά μας όλη την παράνοια που συμβαίνει σε τέτοιες καταστάσεις. Σιγά -σιγά κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει το ψέμα από την αλήθεια. Ενώ στην αρχή κανείς δεν πιστεύει πως πρόκειται για μαγεία αλλά για πείσματα μικρών κοριτσιών, η έλευση του «ειδικού ιερέα» Χέιλ ρίχνει λάδι στην φωτιά. Επιθυμώντας όχι μόνο να πετάξουν την ευθύνη από πάνω τους αλλά ταυτόχρονα να ανυψωθούν στα μάτια της κοινωνίας ως «μετανοιωμένες» αγίες τα κορίτσια τραβούν όλο και περισσότερο το σκοινί.

Πλέον δεν είναι μόνο τα συμφέροντα των μεγάλων πίσω από τις πράξεις τους αλλά και διασημότητα που λαμβάνουν έπειτα από κάθε κατηγορία. Ιδιαίτερα η Αμπιγκέιλ η οποία ψιθυριζόταν πως είχε «ατιμαστεί» από τον Τζον στα μάτια της κοινωνίας είχε γίνει το χέρι του Θεού.

Ο Μίλλερ χρησιμοποιεί σύγχρονη αγγλική στο κείμενο του ανακατεμένη με όλους εκείνους τους τοπικούς ιδιωματισμούς της γλώσσας της εποχής η οποία απεικονίζει ακόμα περισσότερο τον συντηρητισμό της αλλά και το μωσαϊκό ανθρώπων προερχόμενοι από διάφορες χώρες με διαφορετικό οικονομικοκοινωνικο και μορφωτικό επίπεδο. Θέλοντας να αναδείξει πως αυτές οι καταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν τους πάντες ανεξάρτητα από το κοινωνικό τους στάτους.

Οι  αναφορές σε εδάφια της Βίβλου δείχνουν πόσο βαριά σκιά έριχνε πάνω στους ανθρώπους ο φόβος για την Τελική Κρίση του Θεού..Ήταν εξαιρετικά σημαντικό  όχι μόνο να είσαι αλλά κυρίως να δείχνεις προς τα έξω πόσο έντιμος είσαι.

«Το καλό όνομα σου» ήταν απόδειξη πως ήσουν με τους καλούς και τους πιστούς. Αν το όνομα σου αναφερόταν στο δικαστήριο ή σε κάποια λίστα κατηγορούμενων αυτομάτως έμπαινες σε αμφισβήτησή.

Σαν σημερινοί θεατές καταλαβαίνουμε άμεσα την παράνοια. Ξέρουμε πως θα λυνόταν, τα πάντα, αν ο Πρόκτορ μιλούσε για την απιστία του όμως είμαστε στο Σάλεμ του 1692 και η απιστία θεωρείται παραβίαση μιας από τις ιερές Δέκα Εντολές του Θεού άρα βαριά αμαρτία που κατέστρεφε  το «καλό όνομα του» αλλου.

Η ίδια ηθική στις προσωπικές σχέσεις υπήρχε και στην Αμερική της δεκαετίας του ‘50. Το «καλό όνομα»  ήταν εξίσου σημαντικό. Ο Θεός είχε αντικατασταθεί από τις λέξεις «Ελευθερία» και «Δημοκρατία» οι οποίες κατ’ επίφαση έκρυβαν την αλήθεια.  Η αμερικανική κυβερνητική πολιτική ήθελε την κοινωνία απασχολημένη στο κυνήγι των κομμουνιστών ώστε να μπορεί να διαμορφώσει ανενόχλητη την πολιτική της ατζέντα στο εσωτερικό και εξωτερικό καταπνίγοντας κάθε δημοκρατική και λογική φωνή εντός της.

Θα πει κάποιος πως το κυνήγι των μαγισσών στο Σάλεμ δεν ήταν υπαρκτός κίνδυνος αλλά ο κομμουνιστικός κίνδυνος ήταν. Μάγισσες δεν υπήρχαν αλλά κομμουνιστές στην Αμερική του ‘50 υπήρχαν και μάλιστα η Σοβιετική Ένωση ήταν το αντίπαλο δέος στην σκακιέρα της εξωτερικής πολιτικής. Ο παραλληλισμός του Μίλλερ ίσως να φαίνεται ατυχής σε αυτό το σημείο ωστόσο δεν είναι. Ο Μίλλερ δεν εξετάζει τόσο την ύπαρξη ή όχι των μαγισσών ή των κομμουνιστών αλλά την ανθρώπινη φύση  και πως εκείνη αντιδρά απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις.

Η  θεματική του έργου είναι στην πραγματικότητα πως οι άνθρωποι προκειμένου να σωθούν οι ίδιοι, αθώοι ή ένοχοι, είναι έτοιμοι να υποδείξουν τον οποιοδήποτε, συνήθως εντελώς αθώο ενώ παράλληλα επιλέγουν για τους εαυτούς τους τον ρόλο του «Καλού» σχεδόν χωρίς καμία αμφιβολία πως κάνουν λάθος. Η Αμπιγκέιλ δικαιολογεί τις πράξεις της επειδή είναι ερωτευμένη με έναν άνδρα ο οποίος αναγκάζεται λόγω της θεοκρατικής κοινωνίας να μείνει με κάποια που δεν αγαπά πραγματικά. Στο μυαλό της η υποκρισία της κοινωνίας καταδικάζει δυο ερωτευμένους. Βέβαια, αυτή είναι μια παρατήρηση του σύγχρονου θεατή, κατά τα άλλα, τόσο ο κάτοικος του Σάλεμ όσο και ο θεατής του 1950 δεν θα την δικαιολογούσε.

Οι διώχτες και οι κατήγοροι των «κομμουνιστών» πίστευαν πως δίνοντας τα ονόματα αθώων πολιτών στην Επιτροπή έκαναν το «ηθικό» και το «σωστό» ακόμα και όταν γνώριζαν πως δεν ήταν έτσι. Χαρακτηριστικά ο Μίλλερ όταν ρωτήθηκε γιατί έγραψε το έργο αυτό είχε γράψει:

«Όσο περισσότερο διάβαζα για το Σάλεμ τόσο περισσότερο μπορούσα να ταυτισω τις εικόνες που γνώριζα από την Αμερική του ‘50: Άνθρωποι μέχρι πρότινος φίλοι, άλλαζαν πεζοδρόμιο για να μην χαιρετίσουν κάποιον που κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής ή φίλοι αριστεροί, μέσα σε μια νύκτα, να γίνονται αναγεννημένοι πατριώτες».

Ήταν πολλοί εκείνοι που έλεγαν «Δεν μπορεί για να τον κατηγορούν «κάτι» θα έχει κάνει παρότι οι ίδιοι δεν συμφωνούσαν με τις διώξεις της Επιτροπής σε γενικό επίπεδο.

Η αποδοχή του έργου στην Αμερική του ‘50 ήταν η αναμενόμενη. Το πρώτο χρόνο οι κριτικές ήταν από μέτριες έως κακές. Μετά από ένα χρόνο, το 1953, υπάρχει σιγά -σιγά στο κόσμο μια μεταστροφή. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε από το εξωτερικό. Ο ευρωπαϊκός κόσμος αγκάλιασε το έργο έχοντας  κουραστεί από τις παράλογες συγκρούσεις ανάμεσα στα δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Ένιωθε την ανάγκη για μια ισορροπία. Ο ίδιος ο Μίλλερ αυτό είχε σαν πρόθεση να επέλθει η κοινωνία πίσω στην λογική, στην ελευθερία του λόγου, στην δημοκρατία, στην ανοχή της αντίθετης άποψης.

Το έργο ωστόσο πήρε το δικό του δρόμο. Τις επόμενες δεκαετίες, ‘60 και ‘70, ανέβηκε από αρκετές αριστερές  θεατρικές ομάδες σε χώρες που είχε επιβληθεί η δικτατορία παρότι η ίδια ‘’παράνοια’’ κατάδοσης είχε συμβεί σε πολλές χώρες του Ανατολικού μπλοκ εξίσου.

Ο Μίλλερ δεν έγραψε ένα κομμουνιστικό ή αριστερό έργο αλλά ένα έργο που αναδείκνυε τα σκοτεινά κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής. Ταυτιζόμενος και ο ίδιος με τον «αμαρτωλό» μήρωα του ο οποίος προσπαθεί να λογικεύσει τους γύρω του, δείχνει την σχετικότητα του «σωστού» -«λάθους», του «ηθικού» και του «ανήθικου» και πως ο φανατισμός και η πόλωση οδηγεί στην καταστροφή και στην τιμωρία αθώων.

Στο σήμερα, το έργο του Μίλλερ είναι ξανά επίκαιρο. Βλέπουμε σχεδόν παντού να στήνονται διάφορα ‘’κυνήγια μαγισσών’’ για ασήμαντους ως σημαντικούς λόγους. Στην κρίση ας πούμε στήναμε κρεμάλες για όποιον έπαιρνε τυρόπιτα και δεν του έκοβαν απόδειξη.. Στο σήμερα από το πρωί ως το βράδυ μας φταίνε τα κορωνοπάρτι, οι φοιτητές, οι πιλοτές, αυτοί που δεν εμβολιάζονται, αυτοί που πάνε σε πορείες και απεργίες, ο κακός μας ο καιρός.. Τηλεοπτικά πανελ σε ρόλο «Δικαστηρίου» και «Επιτροπής» υφαίνουν το πέπλο της παράνοιας που μέσα του, κατά καιρούς, όλοι μας έχουμε αποκοιμηθεί ελπίζοντας να μην είμαστε οι επόμενοι που  θα τους δείξουν με το δάκτυλο.