Βγάλ’ τα πέρα μόνος σου

Η κυβέρνηση τραβά τον έναν μετά τον άλλο τους σύρτες που συγκρατούσαν τον Covid-19 και αφήνει ορθάνοιχτες τις θύρες προς άγραν και τέρψιν του φιλοθεάμονος τουριστικού και παραθεριστικού κοινού

Γιάννης Σιώτος 14/05/2021 | 08:00

Η κυβέρνηση τραβά τον έναν μετά τον άλλο τους σύρτες που συγκρατούσαν τον Covid-19 και αφήνει ορθάνοιχτες τις θύρες προς άγραν και τέρψιν του φιλοθεάμονος τουριστικού και παραθεριστικού κοινού υποδυόμενη την άσπιλο και αμόλυντο παρθένο η οποία ξαφνικά είδε το τουριστικό φως το αληθινό.

Σήμερα η μόνη κοινά αποδεκτή αλήθεια είναι αυτή την οποία πριν από αρκετές δεκαετίες υπονοούσε η ατάκα στον «Εξόριστο στην Κεντρική Λεωφόρο»: «Κοινόβιο τέλος. Βγάλ’ τα πέρα μόνος σου». Η κυβέρνηση όμοια με Πόντιο Πιλάτο ένιψε τα χέρια της με εμβόλια και επέβαλε στην ελληνική κοινωνία την πιο ακραία μορφή ατομικισμού. Αν παρακολουθήσει κανείς τις συζητήσεις μεταξύ των ανθρώπων εύκολα αντιλαμβάνεται ότι η συλλογικότητα έχει παραμεριστεί και πλέον ο καθένας αναζητά στον διπλανό τον πιθανό υπαίτιο, υπεύθυνο, ύποπτο, ένοχο. Οι εμβολιασμένοι στρέφονται κατά εκείνων που δεν έχουν εμβολιαστεί καθώς τους θεωρούν υπεύθυνους για τα δεινά του μέλλοντος.

Αυτοί που βιοπορίζονται από τις υπηρεσίες εστίασης και διασκέδασης προβάλλουν την ευθύνη των καταναλωτών. Ο ένοικος της πολυκατοικίας κατηγορεί αυτόν που κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα επειδή τον είδε ένα βράδυ να μπαίνει στο ασανσέρ χωρίς να φορά μάσκα. Και η επίσημη Πολιτεία, σε ρόλο παρατηρητή, καλλιεργεί συστηματικά κλίμα ευφορίας υποθάλποντας διχασμούς και διαχωρισμούς, ενώ γνωρίζει ότι απέχουμε πολύ από τον στόχο της ανοσίας της κοινότητας και ότι το σύστημα υγείας με τον υπάρχοντα πληθυσμό παραμένει -ίσως και να ξεπερνά- στα όρια των δυνατοτήτων του. Με απλά λόγια, ζούμε σε μια κοινωνία που ο απλός άνθρωπος αδυνατεί να αναγνωρίσει τα όρια που χωρίζουν την πραγματικότητα από το ψέμα και την αλήθεια από την παραποίηση και έτσι καταλήγει στο «βγάλ’ τα πέρα μόνος σου».

Για να πούμε τη στραβή αλήθεια, ανέκαθεν οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον τόπο φώναζαν, ούρλιαζαν, διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους για ομοψυχία, αλλά πάντα στα δύσκολα οι περισσότεροι ήταν για την πάρτη τους. Προσφάτως είχα διαβάσει ένα άρθρο στον «Ριζοσπάστη» του 1922 για το πώς αντιμετώπιζαν κάποιοι συμπατριώτες μας της εποχής εκείνης τους αδελφούς πρόσφυγες:

«Εις τους κύκλους των κυριών της καλής τάξεως των Αθηνών επικρατεί χαρά και αγαλλίασις. Επιτέλους θα βρουν υπηρέτριες όπως τις θέλουν υποτακτικές και τζάμπα. Κορίτσια φτωχά, κατεστραμμένα, ορφανά, απελπισμένα όσα έρχονται από την Μ. Ασία. Θα τα πραστατεύσουν λοιπόν. Θα μάθουν και τις δουλειές του σπιτιού και θα χορτάσουν ψωμάκι. Στην προκυμαία, στο τελωνείο και σε άλλα σημεία των δυο πόλεων διαλέγει και παίρνει», έγραφε ο αρθρογράφος θέλοντας να συμπυκνώσει σε λίγες λέξεις την έκταση που είχε προσλάβει η αντίληψη του «ο θάνατός σου η ζωή μου», που είναι η επόμενη στάση τού «βγάλ’ τα πέρα μόνος σου».

Τι έχει αλλάξει από τότε; Μάλλον τίποτα. Ιδιοι έμειναν οι άνθρωποι. Τα ίδια μυαλά και οι κυβερνήτες. Αν σώνει και καλά θέλει κάποιος να ανακαλύψει διαφορές, τότε θα πρέπει να τις αναζητήσει στις τεχνικές. Για παράδειγμα, τότε οι τεχνικές της προπαγάνδας ήταν πρωτόγονες, ενώ αντίθετα σήμερα η «αλήθεια» της εξουσίας επιβάλλεται με επιστημονικά μελετημένο τρόπο.

Τι με έπιασε τώρα που ανασάναμε λιγάκι; Είδα τη μέθοδο κατασκευής υπαιτίων και της προετοιμασίας του ιδιότυπου εμφυλίου, που πολύ φοβάμαι ότι θα ξεσπάσει όταν τα φώτα του λαμπερού τουριστικού και παραθεριστικού κόσμου θα αρχίσουν να χαμηλώνουν. Τότε, που κανείς δεν θα ξέρει πόσες μεταλλάξεις θα υποστεί ο κορονοϊός και πόσες από αυτές θα αριβάρουν με τσάρτερ και με πλοία. Τότε που η κυβέρνηση θα καμώνεται την ανήξερη και θα δείχνει όλους τους «άλλους». Τότε που όσοι έχουν μπίζνες θα δείχνουν τους «πελάτες». Τότε που οι «πελάτες» θα επιλέγουν όσους έχουν την πιο αδύναμη φωνή και θα τους δείχνουν με το δάχτυλο. Και αυτοί, οι αδύναμοι, μετά από ενάμιση χρόνο ανέχειας, δεν θα έχουν τη δύναμη για να φωνάξουν δυνατά: «Εως εδώ!».

Μακάρι η κυβέρνηση ύστερα από ενάμιση χρόνο στον ρόλο του Πόντιου Πιλάτου να αναλάβει τις ευθύνες της. Μακάρι η αντιπολίτευση ύστερα από ενάμιση χρόνο ανούσιας παρουσίας και αμέριμνης δράσης να αντιληφθεί ότι είναι συνυπεύθυνη. Μακάρι οι πλούσιοι και οι ισχυροί να αναθεωρήσουν τη φιλοσοφία του άρπαγα και, αντί να υποδύονται τους φιλάνθρωπους, να δώσουν μεγαλύτερους μισθούς και δουλειές για να δυναμώσει η φωνή των αδύναμων. Μακάρι οι επιχειρηματίες του τουρισμού να σκεφτούν το προϊόν τους και όχι το ταμείο της βραδιάς. Μακάρι... Η ιστορία όμως δείχνει ότι όλοι θα επιμείνουν στον ρόλο τους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες του κοινωνικού και οικονομικού δαρβινισμού που θρέφει ο ατομικισμός.

*Ο Γιάννης Σιώτος είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr