Σπάνια συνέντευξη της Βάσως Αλλαγιάννη: «”Svarno” είναι αρχαία ινδική λέξη και σημαίνει αγάπη χωρίς καμία διάθεση ανταλλάγματος»

Μία σπάνια συνέντευξη της σημαντικής συνθέτριας, που έφυγε χθες από τη ζωή, στον Αντώνη Μποσκοΐτη και το περιοδικό «ΗΧΟΣ + HI-FI» από τον Αύγουστο του 2004

Θυμάμαι καλά εκείνη τη μέρα του Αυγούστου του 2004. Γυρνούσα από το πρώτο μου ταξίδι στην Αγγλία και αγόρασα το περιοδικό «ΗΧΟΣ + HI-FI» από το αεροδρόμιο. Ήταν το τεύχος 377 με τον συνθέτη Μιχάλη Κουμπιό στο εξώφυλλο, ο οποίος είχε δώσει επίσης σε μένα συνέντευξη. Ο Κουμπιός, διευθυντής του άλλου περιοδικού, του «Διφώνου», στο συντακτικό team του οποίου ήμουν το ίδιο διάστημα και, ειλικρινά, τον χαιρόμασταν όλοι, εφόσον ήταν ο μόνος που είχε σπάσει το νταλαβέρι του μουσικού Τύπου με τις κραταιές ακόμη τότε δισκογραφικές εταιρείες! Τι θέλω να πω;

Οι εταιρείες τον καιρό εκείνο είχαν κάνει παραρτήματα τους – με το αζημίωτο βέβαια – τα λιγοστά μουσικά έντυπα, όχι όλα εννοείται. Έτσι, στα εξώφυλλα τους βλέπαμε συνέχεια τους ίδιους και τους ίδιους συνθέτες και τραγουδιστές όποτε έβγαζαν νέο δίσκο ή οργάνωναν κάποια συναυλία. Βήμα στους άλλους, τους πιο «αφανείς» και εξίσου σημαντικούς, δινόταν σπανιότατα, αν όχι ποτέ! Ο Μιχάλης Κουμπιός, λοιπόν, έσπασε αυτό το κατεστημένο κι έτσι στα περίπτερα, όποτε κυκλοφορούσε το «Δίφωνο» μια φορά το μήνα, αρχίσαμε να βλέπουμε τα πιο εμπνευσμένα εξώφυλλα, συνήθως «ντουέτα»: Τον Μίκη Θεοδωράκη με τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Μανώλη Ρασούλη με τον Τζίμη Πανούση ή τη Βάσω Αλλαγιάννη με τον Μανώλη Πάππο!

Το 2004 η Βάσω Αλλαγιάννη, που είναι και το θέμα μας εδώ, είχε κυκλοφορήσει έναν εξαιρετικό οργανικό δίσκο από την εταιρεία Libra του Άλκη Βαφιά. Τίτλος του, «Svarno», δηλαδή το σανσκριτικό παρατσούκλι της, έτσι όπως έμελλε να τη γνωρίσουμε τα επόμενα χρόνια στα social media. Που να ξέραμε τότε, που κάναμε αμάν να συνομιλήσουμε μ’ έναν καλλιτέχνη, πώς το facebook θα μας έδινε τη δυνατότητα να τους «πλησιάσουμε» όλους και να τους γνωρίσουμε απ’ την καλή – μα κι απ’ την ανάποδη, δυστυχώς – διότι τι να σου κάνουν κι οι καλλιτέχνες, άνθρωποι είναι κι αυτοί με τις απόψεις τους και τις αδυναμίες τους…

Η Βάσω Αλλαγιάννη ποτέ δεν απογοήτευσε όλους όσοι γνωρίζαμε την ίδια και το σπουδαίο έργο της. Συνέχισε να παράγει τα τραγούδια της αθόρυβα, μακριά απ’ τις ανούσιες δημόσιες σχέσεις, με μια λογική βουδιστικού τύπου, που θα την έλεγες «ζεν», τελείως όμως, αν είχε φυσικά ασπαστεί τη βουδιστική και όχι την ινδουιστική θρησκεία – φιλοσοφία. Τη Svarno την είχα συναντήσει λίγο καιρό πριν – θα πρέπει να ήταν Ιούλιος του 2004 – κάπου στον Βύρωνα. Είχε σγουρά μακριά μαλλιά ως τους ώμους, φορούσε αέρινες ινδικές φορεσιές στο χρώμα το «βυσσινί της Παναγίας», όπως θα έλεγε και η Φλέρυ Νταντωνάκη, ενώ πίσω από τα κομψά γυαλιά της είχε τα πιο ήρεμα και χαμογελαστά μάτια του κόσμου.

Πολύ γλυκιά γυναίκα – αυτός είναι ο χαρακτηρισμός που μπορώ να χρησιμοποιήσω τώρα, έτσι όπως την αντίκρισα, στη μία και μοναδική συνάντηση μας. Ξαναμιλήσαμε άλλη μία φορά από το τηλέφωνο με τη δυσάρεστη αφορμή της αναχώρησης του Μανώλη Ρασούλη το 2011. Ένα χρόνο μετά θα έμπαινα κι εγώ στο facebook και θα τη «συναντούσα» πάλι εκεί, συνομιλώντας μερικές φορές ιδιωτικά στο messenger. Ο θάνατος της, που ανακοίνωσε χθες το πρωί η Χάρις Αλεξίου, με συγκίνησε και με στενοχώρησε πολύ. Στη μνήμη της, αναδημοσιεύω τη συνέντευξη μας από το 2004. Πρώτη φορά αναρτάται στο διαδίκτυο χωρίς τις περικοπές που μοιραία γίνονταν στα περιοδικά ελλείψει χώρου. Με πολλούς καφέδες και πολλά τσιγάρα ακούω τη φωνή της μαζί με τη δική μου να ξεχύνονται από το κασετοφωνάκι μου και να λέμε τα εξής ακριβώς:

Κυρία Αλλαγιάννη, σας θυμάμαι σαν όνειρο να τραγουδάτε μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, τον Γιώργο Γαβαλά και την υπόλοιπη μπάντα, το «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» στους Πρώτους Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι. Σας διηύθυνε ο Χατζιδάκις αυτοπροσώπως αν τα λέω σωστά.

Σωστά θυμάστε. Στους Αγώνες Κέρκυρας είχε καλέσει ο Χατζιδάκις τον Ρασούλη να εμφανιστούμε εκτός συναγωνισμού. Παίξαμε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης μέρας των Αγώνων του σε μία σειρά μουσικών εκδηλώσεων από καθιερωμένους καλλιτέχνες μεταξύ των νέων και πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών, οι οποίοι διεκδικούσαν τα βραβεία. Νομίζω ήταν και ο Διονύσης Σαββόπουλος με την Οπισθοδρομική Κομπανία. Στον Χατζιδάκι άρεσε πολύ το «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», που είχαμε γράψει με τον Μανώλη. Το θεωρούσε γνήσιο πατριωτικό τραγούδι με χιούμορ. Το χιούμορ το έκανε, λέει, να μην είναι εθνικιστικό, κάτι που ο Μάνος σιχαινόταν. Δεν θα ξεχάσω πόσο περιποιητικός ήταν μαζί μας. Ξέροντας πως εκεί ήμασταν επειδή μας είχε καλέσει ο ίδιος, σαν μουσικό «γέμισμα» των κυρίως Αγώνων, έκανε τα πάντα για να μη μας λείψει τίποτα. Ευγενής άνθρωπος, μια καλοσύνη ήταν ο Μάνος.

Σας κατατρέχει, θετικά το λέω, αυτό το όνομα: Μάνος Χατζιδάκις, Μάνος Λοΐζος, Μανώλης Ρασούλης…

Δεν το’ χω σκεφτεί, μα τώρα που το λέτε, ισχύει απόλυτα. Για τον Μάνο Λοΐζο τι να πω…Ήτανε ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος, ο πιο καλός μου φίλος! Τότε μάθαινα κλασική κιθάρα και σκάρωνα κρυφά κάτι τραγουδάκια, που δεν τα έπαιζα σε κανέναν διότι μόνο κλίμακες επιτρεπόταν να ανεβοκατεβάζω. Είχα κάνει ένα τραγούδι, είχα γράψει και το στίχο εκείνη τη στιγμή και το ηχογραφούσα στο μαγνητόφωνο. Απορροφημένη δεν κατάλαβα ότι ο Μάνος ήταν έξω απ’ την πόρτα και άκουγε το τραγούδι. Άνοιξε ξαφνικά, στάθηκε με το κεφάλι γυρτό στον ώμο και μου είπε: «Πας κι εσύ, αρρώστησες κι αυτή η αρρώστια δεν περνάει ποτέ…» Δεν ήξερα αν με μάλωνε ή αν με ενθάρρυνε μ’ αυτό που μου είπε…Το τραγούδι ήταν ο «Γλάρος» που τραγούδησε μετά από είκοσι χρόνια ο Μανώλης Λιδάκης.

Και ο Μανώλης Ρασούλης; Θα τον λέγαμε άνετα «καλλιτεχνικόν έτερον ήμισυ» σας.

Εποχή Μανώλη Ρασούλη…Και τι δεν κάναμε μαζί! Όμορφα τραγούδια, το περιοδικό «Αυγό», συναυλίες στο βουνό, τα Εικοσαύγουστα στην Κρήτη και χίλια άλλα! Πολύ δημιουργική περίοδος, πραγματοποιούσαμε οτιδήποτε σκεφτόμασταν! Θυμάμαι πως φτιάξαμε ένα τραγούδι. Είμαστε στην Κρήτη κι έχουμε χάσει το λεωφορείο. Για καμιά ώρα περπατούσαμε στην ερημιά κι εγώ άρχισα να τραγουδάω μια μελωδία που μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. Ο Μανώλης άρχισε τότε να λέει τον στίχο και να τον τραγουδάει με τη μελωδία, έτσι απρόσμενα, μια στροφή εγώ, μια φράση εκείνος. Στο τέλος και οι δύο μαζί με μια φωνή: «Οδυσσέα, γύρνα κοντά μας»! Ήτανε σαν να φωνάζαμε το λεωφορείο κι αρχίσαμε να γελάμε. Έτσι φτιάξαμε το «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», αυτή είναι η ιστορία του τραγουδιού που παρουσιάσαμε και στους Αγώνες Κέρκυρας του Χατζιδάκι.

Και που παίζεται μέχρι και σε μαγαζιά της παραλιακής σήμερα. Σας ενοχλεί που όλοι ξέρουν το τραγούδι, μα όχι και τους δημιουργούς του;

Καθόλου, το αντίθετο θα έλεγα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για έναν δημιουργό, συνθέτη – στιχουργό κλπ., να παρακολουθεί το «παιδί» του να μεγαλώνει σωστά, να του φεύγει και να γίνεται «πολίτης» του κόσμου. Αρκεί, βέβαια, ο κόσμος αυτός, το κοινό δηλαδή, να το καταλαβαίνει και να το τοποθετεί σωστά.

Εν προκειμένω να μην του αποδίδει εθνικιστική σημασία, που σιχαινόταν ο Χατζιδάκις, όπως είπατε πριν, μα και κάθε υγιής άνθρωπος.

Σ’ αυτό αναφέρομαι ακριβώς. Δεν πιστέψαμε ούτε για μια στιγμή πως οι στίχοι του Μανώλη θα χάιδευαν τα πιο ταπεινά ένστικτα αυτού του λαού. Το τραγούδι είναι στην ουσία το ταξίδι του πολυμήχανου Οδυσσέα σ’ άλλη γη και σ’ άλλους τόπους, που πάντα θα γυρίζει στη μητέρα Ελλάδα. Καταρρακωμένος, κατάκοπος, αλλά τα καταφέρνει στο τέλος. Όλο αυτό, λοιπόν, αν χορεύεται ακόμη στα μαγαζιά της παραλιακής, αν οι Νεοέλληνες τραγουδούν τα λόγια του, σημαντικό δεν είναι; Και δεν μιλάω φυσικά για την όποια εμπορική επιτυχία του, αυτή ουδέποτε ενδιέφερε τους γνήσιους καλλιτέχνες.

Θα κάνατε ποτέ δίσκο για έναν τραγουδιστή της πίστας;

Δεν νομίζω πως τα τραγούδια που κάνω ταιριάζουν εύκολα σ’ έναν τραγουδιστή του είδους αυτού. Αν όμως η Πίτσα Παπαδοπούλου εντάσσεται στους τραγουδιστές πίστας, τότε μάλλον το έχω κάνει, γιατί έχει τραγουδήσει τρία δικά μου τραγούδια καταπληκτικά! Τώρα, αν μιλάτε για τραγουδιστές πίστας, όπως η Βανδή και η Βίσση και άλλοι αυτού του είδους, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμβεί.

Η προσωπικότητα ή ο τρόπος ερμηνείας ενός τραγουδιού καθορίζουν το αποτέλεσμα;

Αυτό που θα πρέπει κανονικά να μας ενδιαφέρει είναι αν η ερμηνεία εξυπηρετεί το αποτέλεσμα. Αλλά η προσωπικότητα δεν επηρεάζει και την παρουσία; Μέσα απ’ την προσωπικότητα δεν γίνονται οι επιλογές; Νομίζω ότι είναι αλληλένδετα και τα δύο.

Η αλήθεια είναι πως είστε μία μάλλον ακατάτακτη συνθέτρια. Σας διακατέχει ένα ροκ πνεύμα, να το πω, μολονότι ο ήχος σας είναι λαϊκός ως επί το πλείστον.

Λαϊκός με την έννοια του «παλαιού», του «αρχαίου»;

Καλά το λέτε, ήχος σαν να βγαίνει από αρχαίο μαντείο.

Στη μουσική μου συνυπάρχουν πολλά ετερόκλητα στοιχεία, όχι μόνο χρονικά, αλλά και χωροχρονικά. Σέβομαι και εκτιμώ πολύ τις ανατολίτικες κουλτούρες, πιστεύω όμως και στην εξωστρέφεια των ανθρώπων, όταν τους δίνεται η δυνατότητα μέσω της τέχνης.

Σαν το «Svarno» που μόλις κυκλοφόρησε με την πρώτη ακρόαση να δηλώνει πως δουλέψατε με κέφι και ελευθερία μια σειρά παλιότερων και καινούργιων συνθέσεων σας. Δεν εντάσσεται όμως κι αυτό το άλμπουμ σε μια «ethnic» λογική που τείνει να κορεστεί;

Όντως, για το «Svarno» δούλεψα με πολύ καλή διάθεση και βγαίνει στο αποτέλεσμα. Αισθάνθηκα για πρώτη φορά να απελευθερώνομαι από τα κλισέ των τραγουδιών. Με τα ορχηστρικά κομμάτια είχα το χώρο να εκφραστώ πολύ περισσότερο. Συχνά αισθανόμουν ότι σκηνοθετούσα, φτιάχνοντας τρία και τέσσερα μουσικά επίπεδα. Όσο για το «ethnic», μπορεί να οδεύει προς τον κορεσμό στο εξωτερικό, στην Ελλάδα όμως ούτε που έχει αρχίσει! Αλλά, ξέρετε, εγώ δεν σκέφτηκα ότι κάνω ένα δίσκο που θα ενταχθεί στα «ethnic», αλλά ένα ορχηστρικό δίσκο με ελληνικές μουσικές ρίζες και με κάποιες προεκτάσεις σ’ άλλους χώρους. Στην Ελλάδα έχουμε εκατομμύρια τραγούδια και ελάχιστους ορχηστρικούς δίσκους, ενώ ακούμε κατά κόρον ξένη ορχηστρική μουσική.

Που οφείλεται αυτό;

Αν αναφερθούμε στα ξένα soundtracks, που αγοράζει ο κόσμος, σίγουρα στη δύναμη του κινηματογράφου ως μέσο. Μην ξεχνάτε πως ζούμε σε μια χώρα που η ορχηστρική jazz, λόγου χάριν, έχει ένα φανατικό, μα τρομερά συρρικνωμένο κοινό συγκριτικά μ’ αυτό του εξωτερικού. Παίζει ρόλο, όμως, και η δύναμη της ελληνικής γλώσσας, οι στίχοι των ποιητών και στιχουργών, που γέννησαν πολύ σπουδαία και δημοφιλή τραγούδια.

Αν και η ερμηνεία σας στα δύο τραγούδια του δίσκου, πραγματικά συγκινεί, δεν ήταν κάπως τολμηρό να μη συνεργαστείτε με ερμηνευτές δημοφιλείς, με τους οποίους έχετε επίσης δουλέψει, σαν τον Νίκο Παπάζογλου και τον Μανώλη Λιδάκη;

Δεν μου άρεσε στον πρώτο μου ορχηστρικό δίσκο να χρησιμοποιήσω ωφελιμιστικά μια γνωστή καταξιωμένη φωνή. Θα ήτανε σαν να έβαζα ένα κράχτη, που λένε, ώστε έτσι να άξιζε να το αγοράσει και να το ακούσει κανείς. Μάλλον ήθελα να δω αν αξίζει αυτό που έκανα και αν μπορεί ν’ αγαπηθεί γι’ αυτό που είναι.

Ή γι’ αυτό που είστε.

Ναι…Είναι σαν να εκτίθεμαι ολοκληρωτικά μ’ αυτό το δίσκο.

Τι θα πει «Svarno»;

Svarno είναι το όνομα που με φωνάζουνε οι φίλοι μου κι η οικογένεια μου εδώ και 24 χρόνια περίπου. Είναι, ας πούμε, το alter ego μου. Είναι σανσκριτική, αρχαία ινδική λέξη και έχει μία έννοια που με βοηθάει στο δρόμο της αυτογνωσίας και της συνειδητότητας. Σημαίνει το θεϊκό χρυσάφι στην καρδιά ή την αγάπη χωρίς καμία πρόθεση ανταλλάγματος.

Αναρωτιέμαι αν το σχέδιο στο εξώφυλλο και οι φωτογραφίες που κοσμούν την έκδοση, είναι απόρροια φιλοσοφικών ή ακόμη και μεταφυσικών αναζητήσεων εκ μέρους σας.

Το σχέδιο στο εξώφυλλο λέει ό,τι και το όνομα «Svarno» με ιδεογράμματα σε μια πολύ παλιά γραφή, κάτι για ευχή για μένα και για όλο τον κόσμο σε μια εποχή που η αγάπη δεν είναι πια αγάπη. Όσο για τις φωτογραφίες είναι βράχια που έγιναν σωστή ομορφιά, μοιάζουν με γλυπτά που έφτιαξε κάποιος καλλιτέχνης. Κι όμως, τα έφτιαξε το κύμα όταν αγάπησε το βράχο και ο βράχος μαλάκωσε, εμπιστεύτηκε το κύμα κι εκείνο σταμάτησε να τον χτυπάει αλύπητα και άρχισε να τον σμιλεύει και να του δίνει μορφή. Έτσι αισθάνθηκα την αλλαγή, που μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από την εμπιστοσύνη. Για πολλούς θα μπορούσε να είναι μια φιλοσοφική ή φιλολογική προσέγγιση στο θέμα, ίσως και ρομαντική. Για μένα είναι η αλήθεια.

Μιλήστε μου λίγο για τους μουσικούς που υπηρέτησαν τις μουσικές σας. Είναι όλοι τους πρωτοκλασάτα ονόματα.

Δεν τους ζήτησα να παίξουν στο δίσκο μου επειδή είναι μόνο γνωστά ονόματα, αλλά για τον μοναδικό τρόπο παιξίματος του καθενός, για τα ηχοχρώματα που είχα ανάγκη. Οι περισσότεροι έχουν ξαναπαίξει και σ’ άλλες δουλειές μου. Ο Γιάννης Σπάθας έχει ενορχηστρώσει δίσκο μου, ο Θύμιος Παπαδόπουλος επίσης, ο Βαγγέλης Καρίπης σχεδόν πάντα παίζει στα τραγούδια μου. Ήταν καταπληκτικό το ό,τι ήρθαν όλοι και παίξανε παρ’ όλο που είχαν ένα σωρό δουλειές αυτόν τον καιρό. Παίξανε με αγάπη και ενθουσιασμό σαν να ήτανε δικά τους τα κομμάτια κι αυτό, νομίζω, φαίνεται. Σαν να συναντήθηκε μια καλή παρέα σ’ ένα δίσκο, μαζί ο Γκιουλετζής, ο Κωνσταντινόπουλος, ο Κώστας Χατζόπουλος, ο Haig Yazdjian, ο Τάκης Πατερέλης και άλλοι ακόμα. Τους ευχαριστώ όλους για την πολύτιμη προσφορά τους, έγινε αυτό που είχα ονειρευθεί.

Πάντως ο Ματί Παλαιολόγος πρέπει να’ ναι ο υπεύθυνος για το πολυπολιτισμικό ηχόχρωμα που έχει αποκτήσει συνολικά ο δίσκος.

Με τον Ματί είχαμε πραγματικά συναγωνισμό στην έμπνευση. Θαυμάσιος άνθρωπος και σπουδαίος μουσικός! Τον εμπιστεύθηκα από την αρχή και αναπτύχθηκαν μεταξύ μας ευαίσθητοι αισθητικοί κώδικες επικοινωνίας. Αυτό με βοήθησε πολύ στη μετάδοση κάθε ιδέας με το ίδιο να συμβαίνει κι απ’ τη δική του μεριά. Στιγμές – στιγμές δεν χρειαζόταν καν να μιλάμε. Αισθανθήκαμε λύπη όταν τελείωσε όλο αυτό και θέλαμε να ξεκινήσουμε κάτι καινούργιο. Απόλυτη ταύτιση ως προς το ζητούμενο, λοιπόν.

Ο «Υδροχόος» που τραγούδησε ο Νίκος Παπάζογλου σε δική σας μουσική, ήταν η ελληνική απάντηση στο «Aquarius» από το «Hair» της γενιάς των χίπηδων;

Το τραγούδι γράφτηκε μια δεκαετία ακριβώς μετά από το «Aquarius» που σηματοδότησε, πράγματι, μια ολόκληρη γενιά. Το έζησα αυτό το κλίμα και το αγάπησα κυρίως με ταξίδια στο εξωτερικό. Ο Μανώλης το ίδιο, στο Λονδίνο, που είχε βρεθεί στα τέλη του ’60. Είναι πολύ μεγάλη κουβέντα αυτή για τη σύνδεση διάφορων θρησκειολογικών αναζητήσεων – κάπου μπλέκεται και η επιστήμη – με τα καθ’ ημάς. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα είναι πως δεν ξέραμε την επιτυχία που θα είχε. Κι εδώ παίζει ρόλο η προσωπικότητα του τραγουδιστή, που λέγαμε πριν. Ο Νίκος Παπάζογλου ερμήνευσε τόσο μελαγχολικά, αν προσέξετε, ένα τσιφτετέλι. Το έκανε αυτό που έπρεπε να είναι σαν να είχε απόλυτη επίγνωση του τι τραγουδούσε. Μα έτσι είπαν τα τραγούδια μου και άλλοι σπουδαίοι ερμηνευτές, η Βούλα Σαββίδη, ο Σταύρος Λογαρίδης, ο Σταυράκης, η Χαρούλα η Αλεξίου. Γενικά καλότυχα από τραγουδιστές, πως να έχω παράπονο;

Και το «Απόψε σιωπηλοί»; Αυτό πιστεύω πως είναι ένα απ’ τα πιο μελαγχολικά ερωτικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην Ελλάδα κι εδώ οι στίχοι ήταν δικοί σας.

Το «Δεν θέλω να’μαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί, θέλω να μη θυμάμαι» είναι κάτι που όλοι το έχουμε αισθανθεί στις πιο δύσκολες προσωπικές ώρες ενός χωρισμού, μιας ερωτικής απώλειας, όταν ξέρεις πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα επανασύνδεσης. Σε μια τέτοια συνειδησιακή κατάσταση βρισκόμουν, όταν το έφτιαχνα, έχοντας κατά νου βέβαια και την τρομερά αισθαντική ερμηνεία του Παπάζογλου. Τι παράξενο που αυτός ο αμιγώς λαϊκός τραγουδιστής μπορεί να είναι και ο πιο αισθαντικός αυτή τη στιγμή στο ελληνικό τραγούδι. 

Στ’ αλήθεια, νιώσατε ποτέ ανταγωνισμό μεταξύ σας; Και δεν αναφέρομαι στον Παπάζογλου, αλλά και στον Ρασούλη, τον Νίκο Ξυδάκη, ακόμη και τον Μάνο Λοΐζο.

Ούτε κατά διάνοια! Ξέρω πως και με τον Ξυδάκη, όπως και με μένα, ο Μανώλης έγραφε τα τραγούδια σαν ένα παιχνίδι, σαν ένα προϊόν συζητήσεων, σκέψεων, προβληματισμών. Ακόμη και το πιο απλό θέμα, κατέληγε σε στιχάκια που μπορεί να βρίσκαμε σε ανύποπτο χρόνο κάτω απ’ την πόρτα μας. Ο Μανώλης, αν θεωρούσε πως αυτό πήγαινε σε μένα ή σε άλλον συνθέτη, το έδινε απλόχερα. Με τον Λοΐζο, όπως σας είπα, η δική μου σχέση έμεινε στο επίπεδο μαθητή – δασκάλου, τον αγαπούσα πολύ. Τα τραγούδια του Παπάζογλου, τέλος, έχουν την ίδια πηγή εκκίνησης με τα δικά μου ή του Μανώλη, ταυτιζόμαστε πάντα αισθητικά και δεν αποσκοπούσαμε, όπως και δεν αποσκοπούμε, σε καμία επιτυχία. Το αν έγιναν επιτυχίες ή όχι είναι κάτι που συνέβη σε βάθος χρόνου και σίγουρα ερήμην μας.

Ας κλείσουμε, λέγοντας ότι το ορχηστρικό «Svarno» ήταν μία έκπληξη. Αν και είναι νωρίς ακόμη, να περιμένουμε κι άλλον ένα παρεμφερή δίσκο;

Θα ήθελα το «Svarno» να είναι μία καλοδεχούμενη έκπληξη απ’ όσους γνωρίζουν και εκτιμούν τη δουλειά μου. Το ό,τι έφτιαξα έναν ορχηστρικό δίσκο και εν πολλοίς λαϊκό, δεν σημαίνει ότι θα σταματήσω την τραγουδοποιία. Αλλά σας λέω πραγματικά, έχω τόσες όμορφες εμπειρίες απ’ αυτή τη δουλειά, έχω πάρει τόση χαρά, που θα ήθελα να το ξανακάνω.

Κυρία Αλλαγιάννη, σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την κουβέντα.

Εγώ σας ευχαριστώ γιατί μίλησα μ’ έναν άνθρωπο – γνώστη. Και πολύ καπνίζουμε και οι δυο μας (γέλια).

«Ασημένιος» ο Χρήστου στα 100 μέτρα ύπτιο: «Κρίθηκε στα κλάσματα – Μπορούσα να τον κερδίσω»

«Ασημένιος» ο Χρήστου στα 100 μέτρα ύπτιο: «Κρίθηκε στα κλάσματα – Μπορούσα να τον κερδίσω»

Ο Απόστολος Χρήστου ένα 24ωρο μετά την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στα 50 μέτρα ύπτιο,…

Χανιά: Πολυετή σεξουαλική και σωματική κακοποίηση από τον σύζυγό της καταγγέλλει 36χρονη

Χανιά: Πολυετή σεξουαλική και σωματική κακοποίηση από τον σύζυγό της καταγγέλλει 36χρονη

Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε η 36χρονη στο Αστυνομικό Τμήμα την Κυριακή 14 Αυγούστου, ο 38χρονος…