Βασίλης Κουκαλάνι: «Είναι μια κοροϊδία ότι τα παιδιά είναι ο εύκολος στόχος»

Οι παραστάσεις της θεατρικής οµάδας Συντεχνία του Γέλιου και του Βασίλη Κουκαλάνι µπορεί να απευθύνονται σε παιδιά και νέους, αλλά το κάνουν όπως θα το έκανε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. 

Αφροδίτη Ερμίδη 06/11/2020 | 09:00

Το κοινό τους (από 5 έως 105 χρόνων), αφού έχει αντιληφθεί και χλευάσει τα κοινωνικά κακώς κείµενα, βγαίνει ανυψωµένο ψυχικά, µε την προοπτική της αλλαγής να φαίνεται ότι είναι στο δικό του χέρι. Αυτό συµβαίνει και στην πετυχηµένη παράστασή τους «Μια γιορτή στου Νουριάν», η οποία θα ανέβαινε στη σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου σε σκηνοθεσία του Βασίλη Κουκαλάνι. Τα μέτρα της κυβέρνησης μπορεί να ματαίωσαν τις παραστάσεις αλλά ευελπιστούμε οτι σύντομα θα έχουμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε. Το έργο –που αναφέρεται στον κοινωνικό αποκλεισµό, στη συµπερίληψη και την κοινωνική ισότητα– είναι γραµµένο από τον ιδρυτή του περίφηµου βερολινέζικου θεάτρου GRIPS, Φόλκερ Λούντβιx.

Η παράσταση «Μια γιορτή στου Νουριάν» βασίζεται στο έργο του Φόλκερ Λούντβιx «Γιορτή στου Παπαδάκη». Στη γερµανική εκδοχή η οικογένεια των µεταναστών του έργου ήταν Ελληνες. Πώς την έχετε µεταφέρει εσείς σήµερα;

Το έργο ανέβηκε στη Γερµανία εν µέσω χούντας το 1973 και έγινε πολύ γνωστό. Εγώ το είδα το ’80 όταν ξαναπαίχτηκε. Ηµουν εννιά χρόνων και µε είχαν στείλει οι γονείς µου από το Ιράν στον Ελληνα θείο µου στο Βερολίνο, µιας και τα σχολεία είχαν κλείσει εξαιτίας της επανάστασης. Η παράσταση µε συγκλόνισε. ∆εν έχω δει άνθρωπο που να µην του είναι ακαταµάχητη αυτή η κωµωδία. Οι ήρωες τότε ήταν Ελληνες και µια Τουρκάλα, η οποία σ’ εµάς έγινε Πακιστανή.

"Μια γιορτή στου Νουριάν"

Μια οικογένεια Ελλήνων πηγαίνει κάθε Σαββατοκύριακο για κάµπινγκ και σε ένα από αυτά µια άλλη σκηνή έχει στηθεί στη δική τους καβάτζα, αυτή του Ιρανού Νουριάν και του πατέρα του. Τότε αρχίζουν να ξετυλίγονται οι προκαταλήψεις και τα αφελή συµπεράσµατα. Αυτό που πρεσβεύει το έργο είναι ότι κανένας δεν γεννιέται ρατσιστής, κανένας λαός δεν είναι πιο ναζί ή φασίστας από τον άλλο. Οτι αυτό που δηµιουργεί την επιθετικότητα και τις προκαταλήψεις είναι πάντα κάποιες κοινωνικές συνθήκες, είναι οι τάξεις που ζουν µε τον φόβο ότι θα κατέλθουν, θα εκπέσουν στη φτώχεια. Είναι υπέροχο πώς αυτό το έργο καταπιάνεται µε σύνθετα θέµατα και έχει έναν πολύ καθαρό τρόπο να ξεµπροστιάζει, να αποδοµεί τις προκαταλήψεις. Και αυτό το καταφέρνουν τα παιδιά.

Με ποιον τρόπο προσπαθείτε εσείς ως Συντεχνία του Γέλιου να κάνετε τα παιδιά να αντιληφθούν τον κίβδηλο διαχωρισµό ανθρώπων βάσει εθνικότητας, θρησκείας, φύλου;

Πάντα η λύση είναι το παιχνίδι. Οταν γνωριζόµαστε ερχόµαστε πιο κοντά, τολµάµε πράγµατα, κοινωνικές φοβίες καταρρίπτονται. Η συµφιλίωση επέρχεται πάνω στο παιχνίδι. Γιατί ο κοινός παρονοµαστής για κάθε παιδί είναι να κλοτσήσει το τόπι. Πάνω στο παιχνίδι φτιάχνουν κοινούς κώδικες. Ξέρετε πώς ξεχνάνε τον τσακωµό που έγινε µόλις πριν από ενάµισι λεπτό και θα τον ξαναπιάσουν ύστερα από πέντε; Ακόµη και αυτό δηµιουργεί οικειότητες. Το παιχνίδι είναι διαρκής ψυχική κατάσταση, δεν είναι απλώς δραστηριότητα. Στην παράσταση τα παιδιά είναι αυτά που αποδίδουν τελικά τη δικαιοσύνη. Και κλείνουµε µε ένα µοίρασµα, ένα κοινό φαγητό· έτσι γιορτάζεται ο θρίαµβος.

∆ηλαδή πιστεύετε στην ανάγκη του happy end για τα παιδιά;

∆εν δίνουµε λύση αλλά δηµιουργούµε την προοπτική του παρακάτω. Τι κάνουµε από εδώ και πέρα. Αποφασίζουµε να τοποθετούµαστε απέναντι στα πράγµατα αλλιώς. Το ερώτηµα που θέτουµε είναι «εσύ τι κάνεις;». Είναι το στοιχείο της εµψύχωσης όπως την εννοούσε ο Μπρεχτ. Είδαµε στην παράσταση τα κακώς κείµενα, τα χλευάσαµε, τα αποδοµήσαµε, τώρα βλέπουµε µια προοπτική αλλαγής, πάµε να την κάνουµε!

Ο Βασίλης Κουκαλάνι

Πρόκειται για µια κωµωδία που χλευάζει το καπιταλιστικό σύστηµα κι όµως καταφέρνει να κάνει κατανοητό και αγαπητό από τα παιδιά ένα τέτοιο ζήτηµα.

Το έργο είναι µια µπουλβάρ, σαν τη σειρά τα «Φιλαράκια» (την αναφέρω ως αριστούργηµα), αλλά µην ξεχνάτε ότι είναι ένα είδος χειραφετηµένου και αντιαυταρχικού θεάτρου για παιδιά. Προσπαθούµε να διαµορφώσουµε ανθρώπους µε κοινωνική και προσωπική αυτοπεποίθηση, µε συλλογικά οράµατα. Οχι φοβισµένους, συµβατικούς κοµφορµιστές αλλά αδέσµευτα δυνατά πνεύµατα. Οταν αρχίζεις να βλέπεις τον άλλο να πράττει τα ίδια µ’ εσένα, να είναι κι αυτός άνθρωπος του µεροκάµατου και της εργασίας, να ανησυχεί κι εκείνος για τα παιδιά του να έχουν ένα καλό µέλλον, τότε γίνονται ταυτόσηµες οι πραγµατικότητες και ξεµπροστιάζονται οι κοινωνικές παπαγαλίες. Oταν οι ήρωες της «Γιορτής στου Νουριάν» αντιλαµβάνονται ότι η κοινωνική τους θέση είναι ταυτόσηµη καταλαβαίνουν πως δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε.

Νιώθω ότι στον αντίποδά σας βρίσκεται το εµπορικό παιδικό θέατρο. Αλήθεια, ποια είναι η θέση σας ως προς αυτό το είδος;

Με αρρωσταίνει! Γιατί προσπαθούν να βρουν σε ότι ανοησία εμπορική ανεβάζουν μια επίφαση κοινωνικής ευαισθησίας ή μια έμμεση μνεία σε κάτι κοινωνικά επίκαιρο αλλά χωρίς καμία ουσία, και αυτό είναι σιχαμερό. Εχουν μια αισθητική του 19ου αιώνα ή χριστουγεννιάτικης υφής. Τελικά όμως ξεμπροστιάζονται διότι πάντα τελικά διαφαίνεται ποιο είναι το κίνητρο πίσω από ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Εάν το μόνο που θα συγκρατήσει το παιδί από μια ιστορία είναι τα κόλπα που κάνανε στη σκηνή οι ηθοποιοί ή το πόσο εκτυφλωτικά φανταχτερό είναι το σκηνικό περιβάλλον και τα εφέ, δεν έχει νόημα. Είναι μια κοροϊδία ότι τα παιδιά είναι ο εύκολος στόχος. Είναι σύνηθες σε μεγάλες εμπορικές παραστάσεις τα παιδιά ύστερα από λίγο να βαριούνται και να αρχίσουν να παίζουν κυνηγητό. Δεν το λέω για να παινευτώ, αλλά κάποτε σε ένα θέατρο όπου παίζαμε κάποιος μου είχε πει: «Είμαι 30 χρόνια τεχνικός εδώ και δεν έχω ξαναδεί παιδιά να κάνουν τέτοια ησυχία την ώρα της παράστασης».