Ασπρόμαυρες πόλεις από μία άλλη εποχή

Το 1957 µόλις είχα τελειώσει το γυµνάσιο και στην Αθήνα η ζωή ήταν προβληµατική. Ετσι αποφάσισα να πάω στο ∆υτικό Βερολίνο για σπουδές.

Κατερίνα Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου 02/04/2021 | 09:00

Γράφτηκα στο πολυτεχνείο, το οποίο γρήγορα άφησα για την τεχνική σχολή φωτογραφίας και κινηµατογράφου. Τότε στο ∆υτικό Βερολίνο ήµασταν µόνο καµιά δεκαριά Ελληνες φοιτητές (οι εργάτες ακόµη δεν είχαν αρχίσει να έρχονται).

Το Βερολίνο εκείνης της εποχής ήταν πολύ ενδιαφέρουσα πόλη. Τα σηµάδια του πολέµου ήταν ακόµη ορατά µε τα πολλά ερειπωµένα σπίτια από τους βοµβαρδισµούς και τις σκληρές µάχες τις τελευταίες µέρες πριν από τη λήξη του πολέµου. Είχε ήδη ξεκινήσει η ανοικοδόµηση και µεγάλοι αρχιτέκτονες από όλο τον κόσµο έχτιζαν τότε στο ∆υτικό Βερολίνο. Κυριαρχούσε όµως παντού το γκρίζο σε όλες τις παραλλαγές του, δίνοντας στην πόλη τη γοητεία της παρακµής. Από τα παλιά κτίρια έβγαινε η µεγαλοπρέπεια µιας τραυµατισµένης πρωτεύουσας που είχε πάψει πια από καιρό να παίζει αυτό τον ρόλο.

«Μάνα κουράγιο», κοµµούνες και RAF

Η ζωή στο ∆υτικό Βερολίνο είχε πολλές ευκολίες σε σχέση µε τις άλλες πόλεις της ∆υτικής Γερµανίας. Για µας τους ξένους φοιτητές δεν χρειάζονταν εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήµια ούτε γνώση της γερµανικής γλώσσας: ένας βαθµός πάνω από 15 στο απολυτήριο του γυµνασίου και η παρακολούθηση των µαθηµάτων γερµανικών για αρχάριους αρκούσαν. Υπήρχαν επίσης πολλές ευκολίες εξεύρεσης εργασίας για µερικές µέρες ή και µήνες ακόµη, µια και στην πόλη δεν υπήρχε µεγάλος αριθµός εργατικού δυναµικού. Η κυβέρνηση της ∆υτικής Γερµανίας έδινε πολλά χρήµατα για να προσελκύει ανθρώπους στο ∆υτικό Βερολίνο, που έπρεπε να είναι ο «λαµπερός καθρέφτης της ∆ύσης» για την Ανατολική Γερµανία και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, δίνοντας άτοκα δάνεια σε νεαρά νιόπαντρα ζευγάρια που θα ζούσαν στην πόλη, ελαφρύνσεις στη φορολογία, επίδοµα εγκατάστασης και κατάργηση της στρατιωτικής θητείας. Και κάτι σηµαντικό: οι καφετέριες και οι µπιραρίες δεν έκλειναν νωρίς, όπως στις άλλες πόλεις της ∆υτικής Γερµανίας.

Με «ολάνοιχτα τα µάτια της ψυχής µου» άρχισα να επισκέπτοµαι τα πολυάριθµα µουσεία, τις γκαλερί, τα θέατρα, τις όπερες, τις συναυλίες και όλα τα αξιοθέατα της κοµµατιασµένης πόλης. Περπατούσα στο ∆υτικό και κυρίως το Ανατολικό Βερολίνο, όπου πήγαινε κανείς πολύ εύκολα µε ένα απλό εισιτήριο µε την Ες-Μπαν, τον επίγειο ηλεκτρικό, ή την Ου-Μπαν, τον υπόγειο. Εκεί όλα τα θεάµατα ήταν πολύ φτηνά. Ετσι είχα την τύχη να δω τη «Mutter courage» µε την Ελέν Βάιγκελ, τη γυναίκα του Μπρεχτ, στο θέατρό του, το Μπερλίνερ Ανσάµπλ.

Στην αρχή του 1961 τα κοινόβια, οι κοµµούνες, έπαιξαν δηµιουργικό ρόλο στη διαµόρφωση της Νέας Αριστεράς στο Βερολίνο. Τα εναλλακτικά κοινόβια ήταν οι αρχικοί πυρήνες ενός κινήµατος που πήρε αργότερα µεγάλες διαστάσεις. Τότε υπήρχαν περίπου 50 κοινόβια στο Βερολίνο, όπου συζητούσαν τρόπους δράσης και µεταξύ άλλων τα πρακτικά και θεωρητικά προβλήµατα σε σχέση µε τις εναλλακτικές µορφές συµβίωσης. Τα κοινόβια αποτέλεσαν έναν από τους πρώτους πυρήνες του κινήµατος του Βερολίνου του ’68, ενός κινήµατος παράλληλου µε αυτό του Μάη του ’68 στο Παρίσι, ίσως όµως λιγότερο διάσηµου.

Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο Γερµανικός Σοσιαλιστικός Φοιτητικός Σύνδεσµος (SDS) µε τον Ρούντι Ντούτσκε και άλλους. Αρκετοί από αυτούς πρωτοστάτησαν αργότερα στη γερµανική Αριστερά, ενώ ορισµένοι έγιναν µέλη της RAF, γνωστής ως οµάδας Μπάαντερ – Μάινχοφ. Ηταν µια πράξη φυγής για τα αδιέξοδα του κινήµατος που φάνηκαν µετά το 1968.

Από το Κρόιτσµπεργκ στο Ανατολικό Βερολίνο

Το Κρόιτσµπεργκ ήταν αρχικά µια λαϊκή εργατική συνοικία του ∆υτικού Βερολίνου. Τη δεκαετία του ’60 η συνοικία υποβαθµίστηκε και άρχισαν να κατοικούν εκεί φοιτητές και ανήσυχοι καλλιτέχνες, µετατρέποντας τα άδεια πια µικροµάγαζα σε κατοικίες. Με τον ερχοµό των ξένων εργατών, φτηνών εργατικών χεριών, οι Τούρκοι εργάτες µε τις οικογένειές τους και τα πολυάριθµα παιδιά τους κατέλαβαν το Κρόιτσµπεργκ. Πολύ γρήγορα η όψη της συνοικίας άλλαξε, µε τα µαγαζιά να βγάζουν στο πεζοδρόµιο τα λαχανικά της Μεσογείου, τις γυναίκες µε το τσεµπέρι να κουβεντιάζουν σε µια άγνωστη γλώσσα, την ανατολίτικη µουσική να ξεχύνεται από τα υπόγεια και να ανακατεύεται µε τις χαρούµενες φωνές των παιδιών που έπαιζαν στον δρόµο. Οι Τούρκοι, οι οποίοι δεν ενσωµατώθηκαν στον γερµανικό τρόπο ζωής, χάρισαν µια νέα, χαρούµενη νότα στην πόλη.

Πρέπει να φανταστεί κανείς το ∆υτικό Βερολίνο σαν ένα νησί µες στην Ανατολική Γερµανία. Περίπου 300 χλµ. χωρίζουν το Βερολίνο από την πρώτη δυτικογερµανική πόλη, το Ανόβερο, τα οποία τότε έπρεπε κανείς να διανύσει στην εθνική οδό κάνοντας µόνο δύο συγκεκριµένες στάσεις. Οι υπήκοοι ξένων χωρών µπορούσαν να πάνε εύκολα στη ∆υτική Γερµανία περνώντας µόνο δύο ελέγχους στα σύνορα, όµως απαγορευόταν οι Γερµανοί κάτοικοι του ∆υτικού Βερολίνου να διασχίσουν το έδαφος της Ανατολικής Γερµανίας. Η µόνη επίπτωση που είχαµε εµείς οι ξένοι φοιτητές ήταν ότι δεν µπορούσαµε να κάνουµε µια µικρή εκδροµή στα κοντινά µέρη. Οµως αυτό ξεπερνιόταν εύκολα: µπορούσαµε χωρίς καµιά δυσκολία να περάσουµε στο Ανατολικό Βερολίνο και µε τη µεγάλη τεχνητή διαφορά του νοµίσµατος να απολαύσουµε εκεί τα πολιτιστικά δρώµενα, φτηνές αγορές βιβλίων και δίσκων καθώς και λουκούλλεια γεύµατα στα καλύτερα εστιατόρια. Υπήρξαν όµως και περιπτώσεις που κάποιοι δεν άντεχαν αυτό τον εγκλεισµό και εµφάνιζαν ψυχολογικά και άλλα προβλήµατα.

Τα στοπ-καρέ ενός ντοκιµαντέρ

Το 1966, ύστερα από σχεδόν δέκα χρόνια, ήρθα για διακοπές στην Αθήνα για µερικές µέρες. Η πόλη που αντίκρισα τότε µε γοήτευσε µε έναν παράξενο τρόπο: ήταν αλλαγµένη, ξένη αλλά ταυτόχρονα και πολύ γνώριµη. Μόλις είχαν αρχίσει να ανασαίνουν οι άνθρωποι από το ασήκωτο βάρος της Κατοχής, του Εµφυλίου και των διώξεων της Αριστεράς στις φυλακές και στα ξερονήσια. Υπήρχε παντού διάχυτη µια ατµόσφαιρα προσµονής για ένα καλύτερο αύριο, λίγο προτού ξεσπάσει η θύελλα της δικτατορίας που θα γκρέµιζε όλα τα όνειρα.

INFΟ Το φωτογραφικό λεύκωμα «Αθήνα | Athen» της Κατερίνας Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου διατίθεται κεντρικά από τις Εκδόσεις Παρασκήνιο

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 28/3/2021