Αριστοτέλης Σαρρηκώστας: «Δίπλα μου σκοτώνονταν συνάδελφοι, σπάγανε κεφάλια»

Ολοι νομίζουν ότι πρόκειται για ένα κλικ, δεν είναι έτσι όμως. Υπάρχουν χίλια δυο εμπόδια που πρέπει να υπερπηδήσεις για να καταφέρεις να είσαι στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Εάν δεν είσαι, απλώς δεν έχεις φωτογραφία

Έμυ Ντούρου 13/08/2019 | 09:00

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα συνειδητοποιείς ότι δυο τρεις γενιές γνωρίζουν αρκετά από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα μέσα από τις εικόνες του.

Στα 40 χρόνια της πορείας του, 33 εκ των οποίων εργάστηκε ως φωτορεπόρτερ στο Associated Press, βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στη φωτιά του πολέμου αλλά και μπροστά σε γεγονότα μεγάλης αίγλης. Κατέγραψε μια ολόκληρη εποχή: τη δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα, τα χρόνια της δικτατορίας, τη μεταπολίτευση, τους πολέμους στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια, τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο φακός του «αιχμαλώτισε» τη Μελίνα Μερκούρη, τη Λάιζα Μινέλι, τον Μάρλον Μπράντο, τον Αντονι Κουίν, τον Σεφέρη, τον Ωνάση, τη βασιλική οικογένεια, αλλά και τον Μαντέλα, τον Χομεϊνί, τον Αραφάτ, τον σάχη της Περσίας. Είναι δε ο μοναδικός φωτορεπόρτερ που απαθανάτισε την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο και οι φωτογραφίες του έκαναν τον γύρο του κόσμου συμβάλλοντας στην αφύπνιση της κοινής γνώμης.

Στο βιβλίο του «Ζην επικινδύνως – 40 χρόνια φωτορεπορτάζ» (Εκδόσεις Μένανδρος) αποτύπωσε και γραπτώς την ιστορία πίσω από τις φωτογραφίες και τον αγώνα του φωτορεπόρτερ να αποδώσει σωστά την εικόνα.

Ακολουθούν όσα συζητήσαμε κατά την επίσκεψή του στα γραφεία της εφημερίδας

Πότε ένας φωτορεπόρτερ έχει στα χέρια του μια καλή φωτογραφία;

Ολοι νομίζουν ότι πρόκειται για ένα κλικ, δεν είναι έτσι όμως. Υπάρχουν χίλια δυο εμπόδια που πρέπει να υπερπηδήσεις για να καταφέρεις να είσαι στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Εάν δεν είσαι, απλώς δεν έχεις φωτογραφία. Νιώθω ευτυχής γιατί είχα τη δυνατότητα να παρευρίσκομαι σε αρκετά από τα μεγαλύτερα γεγονότα σε όλο τον κόσμο.

Από τη μια στον Πόλεμο των Εξι Ημερών (αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1967), από την άλλη στα καλλιστεία. Πώς μπορεί να ισορροπήσει κανείς σε τέτοιες συνθήκες;

Αυτή είναι η ομορφιά του επαγγέλματος, αυτό είναι που σε μαγεύει, τουλάχιστον αυτό συνέβη στην περίπτωσή μου. Αυτή η ποικιλία, δηλαδή τη μια μέρα να καλύπτεις βασιλικούς γάμους και να τρως χαβιάρι με το μεγάλο κουτάλι και την άλλη να είσαι στην πρώτη γραμμή και να βρίσκεσαι κλεισμένος σε έναν χώρο έχοντας μόνο τρεις σαρδέλες τη μέρα και χωρίς νερό.

Εχετε τραβήξει χιλιάδες φωτογραφίες. Μια από τις πιο αναπάντεχες παραμένει εκείνη με τους Beatles στην Αράχοβα. Πώς συνέβη η συνάντηση;

Οταν ήρθαν οι Beatles στο αεροδρόμιο, βρισκόμασταν εκεί εγώ, ο Φλώρος και ένας φωτορεπόρτερ του Γαλλικού Πρακτορείου και τραβήξαμε κάποιες φωτογραφίες μυστικά. Σε κάποια φάση πλησίασα τον Τζον Λένον και τον ρώτησα: «Ποιο είναι το επόμενο πλάνο σας;». Εκείνος με κοίταξε λίγο απορημένος και γύρισε κάπως νωχελικά και μου είπε: «∆εν ξέρω». Ο ατζέντης που είχαν μαζί τους με πήρε κάποια στιγμή τηλέφωνο και μου είπε: «Προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις να τους πετύχεις στην Αράχοβα». Μπήκα στο αυτοκίνητο και έτρεχα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Και τους πρόλαβα μαζί με τους δύο ντόπιους μουσικούς που δεν είχαν καταλάβει ποιοι ήταν αυτοί δίπλα τους.

Ησασταν ο μοναδικός φωτορεπόρτερ εκεί;

Ηταν ήδη εκεί ένας ντόπιος γεροντάκος με μια «αρχαία» μηχανή, ο οποίος τους είχε φωτογραφίσει πριν από μένα. Αυτός τους είχε στήσει στον τοίχο, γιατί εγώ δεν θα το έκανα ποτέ αυτό. Πάλι καλά που βρέθηκε εκεί, γιατί μετά τις δικές του φωτογραφίες θα έφευγαν. Οταν έφτασα στο σημείο τούς ζήτησα να περιμένουν λίγο για να τους φωτογραφίσω κι εγώ. Τους ζήτησα αν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Ο Τζον Λένον τότε έβαλε το χέρι του κάτω από την κιθάρα κι έτσι υπάρχει η φωτογραφία που παίζουν την κιθάρα τρία χέρια, κάτι που λίγοι έχουν προσέξει. Αυτή η φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου. Οι Beatles δεν είχαν πάει μόνο στην Αράχοβα αλλά και στα νησιά. Τους άρεσε να παίρνουν μυρωδιά από την ελληνική μουσική, ήταν ήδη στην εποχή που πειραματίζονταν και με την ινδική.

Πότε ένας φωτορεπόρτερ γίνεται παπαράτσι;

Ενας φωτορεπόρτερ μπορεί εύκολα να κάνει τον παπαράτσι, δύσκολα όμως γίνεται το αντίθετο. Μια φορά έκανα τον παπαράτσι στην Υδρα όταν με πληροφόρησαν ότι ήταν εκεί η Μπριζίτ Μπαρντό με έναν φίλο της. Τράβηξα δυο καρέ και με πήραν στο κυνήγι βεβαίως. ∆εν μου άρεσε όλο αυτό. Επρεπε να πάω καθαρά και να δείξω ότι είμαι φωτορεπόρτερ.

Είστε ο άνθρωπος που φωτογράφισε τον Γρηγόρη Λαμπράκη στην εντατική μετά τη δολοφονική επίθεση.

Ο Λαμπράκης ήταν διασωληνωμένος δύο ημέρες. Οταν έγινε η απόπειρα δολοφονίας πήρα αμέσως το αεροπλάνο και πήγα στη Θεσσαλονίκη. ∆εν με άφηναν να πλησιάσω καν στον όροφο όπου τον είχαν. Είδα κι αποείδα και με τη βοήθεια του συγχωρεμένου του Κυριακίδη, τον οποίο γνώριζαν και οι πέτρες, ανέβηκα στον πέμπτο όροφο. Σε μια κρεμάστρα υπήρχαν ιατρικές ποδιές. Οταν βγήκε η νοσοκόμα από τον θάλαμο δεν δίστασα, φόρεσα μια ποδιά, πήρα μια μηχανή στα χέρια και μπήκα μέσα. Τράβηξα τρία τέσσερα καρέ.

Ηταν πολύ προσωπική αλλά ταυτόχρονα και ιστορική στιγμή. Είχατε ηθικό δίλημμα αν θα τον φωτογραφίσετε σε αυτή την κατάσταση;

Ναι, βεβαίως ήταν προσωπική στιγμή, αλλά έπρεπε να βγει η φωτογραφία. Θα σας παραπέμψω στον συνάδελφο ο οποίος φωτογράφισε στην Αφρική τον γύπα δίπλα σε ένα ετοιμοθάνατο παιδάκι. Η φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, κέρδισε και βραβείο. Ο φωτογράφος δεν έδιωξε τον γύπα και αυτό του το καταλόγισαν ως έγκλημα οι ίδιοι οι φωτορεπόρτερ. Στο τέλος αυτοκτόνησε, κρεμάστηκε. Εγώ δεν αποφάσισα να κρεμαστώ γιατί είχα βρεθεί συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις. ∆ίπλα μου σκοτώνονταν συνάδελφοι, σπάγανε κεφάλια, πέφτανε σφαίρες. Τα συναισθήματα παλεύουν σε τέτοιες στιγμές. Συχνά, ειδικά στην Αφρική, σκεφτόμουν «τι κάνεις εδώ τώρα;». Η δουλειά μου όμως ήταν να αποτυπώσω την κατάσταση και όσο μπορώ να βοηθήσω μετά.

Οπως κάνατε με το κορίτσι στη Μεγαλόπολη;

Στους σεισμούς στη Μεγαλόπολη το 1967 περνούσαμε με τους συναδέλφους έξω από τα γκρεμισμένα σπίτια. Ξαφνικά είδα να βγαίνει μέσα από κάτι χαλάσματα ένα κοριτσάκι τριών τεσσάρων χρόνων μες στα χώματα. Αφού το φωτογράφισα το πήρα από το χέρι και το παρέδωσα σε έναν χωροφύλακα. Αργότερα μάθαμε ότι στον σεισμό είχαν σκοτωθεί και οι δύο γονείς του. Η φωτογραφία που τράβηξα ήταν η αφορμή να βρει οικογένεια στην Αμερική.

Βιώσατε τον πόλεμο από παιδί, μεγαλώσατε στην Καισαριανή. Τι θυμάστε από τα ∆εκεμβριανά;

Ζούσαμε σε ένα γωνιακό προσφυγικό σπίτι λίγο πιο πάνω από το Caravel. Εξι παιδιά μεγαλώσαμε σε ένα δωμάτιο, μια κουζινίτσα κι ένα μπάνιο. Στη γωνία του σπιτιού μας είχαν στήσει τσουβάλια με μυδράλια οι ΕΛΑΣίτες. Πυροβολούσαν τους τσολιάδες κι εμείς καθόμασταν και μαζεύαμε τους κάλυκες που έκαιγαν ακόμη. Πηγαίναμε μετά δυο μέτρα παρακάτω και παίζαμε γκαζάκια. Ημασταν ζυμωμένοι με τον πόλεμο, δεν ξέραμε τι θα πει φόβος. Βλέπαμε νεκρούς μπροστά μας συνεχώς στους δρόμους, αυτή ήταν η ζωή μας. Αυτά τα βιώματα με βοήθησαν στη μετέπειτα πορεία μου, όταν πλέον βρέθηκα σε εμπόλεμες ζώνες. Με ρωτούσαν: «∆εν φοβάσαι που πηγαίνεις στον πόλεμο;». Ελεγα «όχι» γιατί είχα κοστολογήσει τη ζωή μου όσο η αξία μιας σφαίρας. Εάν φοβάσαι, δεν μπορείς να κάνεις αυτήν τη δουλειά.

Κινδυνέψατε ποτέ;

Ναι, στον πόλεμο του Λιβάνου βρέθηκα κάποια στιγμή σε ένα πεδίο όπου υπήρχαν δύο αντιμαχόμενες οργανώσεις. Είχα τραβήξει φωτογραφίες από τη μία πλευρά και ξεκίνησα να πάω να τραβήξω και από την άλλη. Στη μέση υπήρχε ένας τεράστιος δρόμος απ’ όπου δεν πέρναγε κανείς. Επρεπε να τον διασχίσεις για να περάσεις από το ένα σημείο στο άλλο. Σε αυτό τον δρόμο υπήρχε μόνο μία πέτρα, την οποία και πάτησα πάνω στο τρέξιμο και γύρισε το πόδι μου. Τη στιγμή που έπεφτα κάτω πέρασε πάνω από το κεφάλι μου μια δεσμίδα από σφαίρες. Εμεινα εκεί μισή ώρα, δεν μπορούσα να κουνηθώ και κανείς δεν ερχόταν να με βοηθήσει. Στο τέλος μού πέταξαν ένα σκοινί και βγήκα έρποντας.

Σήμερα που ο καθένας μπορεί να παρέμβει όσο θέλει σε μια εικόνα έχει η φωτογραφία την αξία του ντοκουμέντου που είχε παλιότερα;

Θέλω να πιστεύω ότι ένας σοβαρός φωτορεπόρτερ δεν θα παραποιήσει μια φωτογραφία. Πάντως αν ήμουν σήμερα στο επάγγελμα δεν θα μπορούσα να δουλέψω με όλους αυτούς τους περαστικούς που πέφτουν με ένα κινητό πάνω στο κεφάλι σου σε κάθε γεγονός. Είναι αδύνατον να κάνεις τη δουλειά σου έτσι.

Στην εποχή των selfies έχει αλλάξει η αντίληψή μας για τον κόσμο;

Την τεχνολογία δεν μπορείς να τη σταματήσεις, όμως όλο αυτό που συμβαίνει έχει υπερβεί τα όρια.

Πώς περνάτε τις μέρες σας;

Εχουν περάσει αρκετά χρόνια, είκοσι συνολικά, από τότε που ξεκίνησα να είμαι σε «άδεια». Ακόμη κοιμάμαι και ξυπνάω με τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο, αυτή η συνήθεια δεν φεύγει ποτέ. Πριν από αυτό το βιβλίο είχα γράψει άλλο ένα. Επίσης στη Γλυφάδα έχουμε ωραία παραλία, όπου κατεβαίνω συχνά και φωτογραφίζω άπειρα ηλιοβασιλέματα. Εχω επίσης κήπο όπου φυτεύω μαρούλια και κρεμμύδια. ∆εν γίνεται να καθίσω στον καναπέ, δεν πρόκειται να το κάνω όσο αισθάνομαι ότι έχω δυνάμεις. 

* Περιοδικό Hot Doc #185, «Ενα βλέμμα, πολλές ιστορίες» 11.08.2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.