Απρόσωπη εθνική αγάπη ή γιατί να μην κρατήσουν οι χοροί 

Το βίντεοκλιπ του «Ελλάδα 2021» δεν είναι μόνο κακοφτιαγμένο και κακόγουστο, αλλά αποτυγχάνει και να κάνει αυτό που υποστηρίζουν όσοι αυνανίζονται με έπη και φιέστες του παρελθόντος: δεν καταδεικνύει μια Ελλάδα υπερήφανη, με όλες τις πολιτισμικές, πολιτικές και κοινωνικές  κατακτήσεις που έχει κάνει στα 200 (κι αυτό ανακριβές ιστορικά) χρόνια της ύπαρξής της.

Άγγελος Παπαδάκης 02/11/2020 | 14:05

Αρχικά, δε θα περιμέναμε ως Ελλάδα να προωθηθεί κάτι άλλο από την Αθήνα. Το βίντεο ξεκινάει με πλάνα του Καλλιμάρμαρου σταδίου πριν περάσει και σε μερικά της Ακρόπολης.  Η λογική Ελλάδα = Αθήνα είναι υπονομευτική προς όλη την υπόλοιπη χώρα και τους κατοίκους της και διαιωνίζει την άνιση προσοχή και επένδυση που δίνεται σε προγράμματα, υποδομές και ανταπόκριση στις ανάγκες της επαρχίας. Αλλά δεν είναι τίποτα καινούργιο. Το ξέρουμε αυτό. 

Ακόμα όμως κι αν θεωρήσουμε ότι η Αθήνα, ως πόλη που χονδρικά κατοικεί το 1/2 του πληθυσμού της χώρας οφείλει να λάβει τη μερίδα του λέοντος στην προβολή και ότι λόγω covid μπορεί να ήταν απαγορευτικό να επεκταθεί το γύρισμα παραέξω της, πάλι σκοντάφτουμε σε ένα πρόβλημα. Για ποια Αθήνα μιλάμε; 

Ας πούμε πρώτα δυο πράγματα. Το «έθνος-κράτος» είναι ένα δημιούργημα του 19ου αιώνα, οπότε κρίθηκε ότι τα γεωγραφικά όρια μιας χώρας έπρεπε να περικλείουν και ανθρώπους κοινών πολιτισμικών, θρησκευτικών, γλωσσικών, μορφολογικών και πολιτικών χαρακτηριστικών. Αυτό καταλαβαίνουμε ότι πρακτικά δεν μπορούσε να εφαρμοστεί εντελώς βέβαια, αλλά παρόλα αυτά κυβερνήσεις και μοναρχίες καλλιέργησαν τις ρίζες του σύγχρονου εθνικισμού: προέβαλαν δηλαδή τα στοιχεία εκείνα που ένιωθαν ότι μπορούν να συσπειρώσουν τους υπηκόους τους κάτω από μια εθνική ταυτότητα και αποσιώπησαν ή διέγραψαν εκείνα που ένιωθαν ότι θα υπονομεύσουν αυτή την ταυτότητα. Δε χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά για να βρούμε ένα τέτοιο παράδειγμα: η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας βασίστηκε στην ταύτιση της «ελληνικότητας» με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και της «τουρκικότητας» με την  μουσουλμανική. Υπήρχε δηλαδή η πεποίθηση ότι και τα δύο κράτη θα επιτύχουν μεγαλύτερη εθνική ομογενοποίηση μέσα στα κράτη τους. 

Κι όμως είναι πλέον κατανοητό από τους περισσότερους κοινωνικούς επιστήμονες ότι η πολυ-πολιτισμικότητα είναι σημαντική όχι μόνο για την ευρωστία του κοινωνικού σώματος και τον εμπλουτισμό του εκάστοτε πολιτισμού, αλλά και για την συνολική εξέλιξη ενός κράτους. Η Ελλάδα βεβαίως δεν μπορεί να συγκριθεί με μια χώρα όπως οι Η.Π.Α., ένα μεγάλο «χωνευτήρι πολιτισμών», ωστόσο έχουμε διάφορα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά που μας δείχνουν την εθνική και πολιτισμική της ποικιλία: στην απογραφή του 2011 εντοπίζεται ότι «52,7% των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα έχουν Αλβανική υπηκοότητα, το 8,3% Βουλγαρική, το 5,1% Ρουμάνικη και ακολουθεί με 3,7% η Πακιστανική και 3,0% η Γεωργιανή». Από το 2011 πέρασαν και δέκα χρόνια, είχαμε εισροές από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Τι έχουμε μάθει από αυτούς τους ανθρώπους πραγματικά; Πότε σκεφτήκαμε τι σημαίνει «αλβανικός πολιτισμός» (για να πάρουμε το μεγαλύτερο ποσοστό αλλοδαπών στην Ελλάδα); Ή μήπως η πίστη μας στον εθνικό μύθο που λέει ότι εμείς (δηλαδή αυτοί που κατοικούσαν γεωγραφικά στην Ελλάδα πριν δυο με δυόμισυ χιλιάδες χρόνια) κληροδοτήσαμε τον πολιτισμό σε όλη την υφήλιο μας αποτρέπει να αποδεχτούμε καν ότι υπάρχει μια μικρή, μικρούλα περίπτωση να έχουν και οι άλλοι πολιτισμό; 

Που είναι οι Πακιστανοί και οι Αφγανοί στο βίντεο της «Ελλάδας 2021»; Και κατ’ επέκτασιν που είναι το εξωστρεφές μας πρόσωπο αρχικά προς τους πολίτες και κατοίκους αυτής της χώρας, που εντέλει απαρτίζουν και την ίδια της την ύπαρξη, και δευτερευόντως προς το εξωτερικό; Η Ελλάδα έχει και μουσουλμανική, και καθολική, και δωδεκαθεϊστική (η οποία μήπως είναι πιο πιστή έστω στο αρχαιοελληνικό πρότυπο που τόσο γαργαλάει τη συντηρητική ματιά στην ταυτότητά μας;), και άθεη κοινότητα, που ίσως να μη γουστάρει να τραγουδάει εν χορώ: 

«Kι είτε με τις αρχαιότητες, είτε με ορθοδοξία, των Eλλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία»

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι Έλληνες, με την έννοια ότι γεννήθηκαν και τους δόθηκε αυτή η υπηκοότητα μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους, οι οποίοι ούτε θέλουν, ούτε χρειάζεται, να συσπειρωθούν κάτω από την ομπρέλα ενός τέτοιου ένδοξου παρελθόντος, που βλέπει την ταυτότητά του μέσα από το δίπολο αρχαιότητας και ορθοδοξίας, κι αυτές στρεβλά ερμηνευμένες. 

Κι αφήνοντας κατά μέρος τη θρησκεία, η οποία δε μου λέει και κάτι προσωπικά, πού είναι τα πρόσωπα της Ελλάδας; Γιαγιά και παππού δεν είδα στο βίντεο. Καλά-καλά πραγματικούς μεσήλικες δεν είδαμε δηλαδή, τι λέμε τώρα. Αλλά κι αυτοί που είδαμε, είναι οι Έλληνες; Είναι όλες οι κοπέλες τέλεια βαμμένες και αρυτίδωτες; Είναι όλοι οι άντρες με κατάλευκα (και ψεύτικα, υπερτσιτωμένα) χαμόγελα; Η κάμερα, στα κοντινά της πλάνα, αναλώνεται σε νέα, καλοσχηματισμένα πρόσωπα και σε παιδάκια. Όχι, υπάρχουν και Έλληνες χοντροί (7 στους 10 Έλληνες και 5 στις 10 Ελληνίδες έχουν βάρος πάνω από το φυσιολογικό), υπάρχουν και Έλληνες ΑΜΕΑ. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημη απογραφή, αλλά ο αριθμός των ατόμων με αναπηρίες, υπολογίζεται περίπου στο 1 εκατομμύριο (24% σύμφωνα με έρευνα της Eurostat to 2016). Επίσημη απογραφή δεν υπάρχει. Σημαντικό ποσοστό αυτού του πληθυσμού (35%) διαμένει στην Αττική. Στην περίπτωση δε που υπολογίσουμε και τις δομές φιλοξενίας και φροντίδας ατόμων με αναπηρίες, η συγκέντρωση στην Αττική ανέρχεται στο 50%. Από όλους αυτούς δε βρέθηκε ούτε ένας να μπει στο βίντεο; Ή δεν έψαξαν οι διοργανωτές. Μάλλον είναι ντροπή να βάλουμε το «καθυστερημένο» ή την «κουτσή» να μας χαλάσει την αισθητική του εύρωστου σώματος. Είδαμε και δυο παιδάκια με γυαλιά (στο 1:30 του βίντεο). Μάλλον αυτά θα σηκώσουν το βάρος οποιουδήποτε «ελαττώματος» μπορεί να επιτρέψουμε να φανεί εξωτερικά στο ελληνικό σώμα. Υπάρχουν επίσης Έλληνες Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφιλοι, Τρανς, Έλληνες με διαφορετική ταυτότητα φύλου ή και άφυλοι Έλληνες που φαινοτυπικά δεν εντάσσονται στο δίπολο «αρσενικό-θηλυκό». 

Ας περάσουμε τώρα στο ίδιο το βίντεο. Αρχικά όλοι είναι ντυμένοι στα λευκά, στα μαύρα ή στα γκρι. Μου θυμίζει δηλαδή κάτι γυμναστικές επιδείξεις ή παρελάσεις της κακιάς ώρας που μας έλεγε ο διευθυντής πανικόβλητος «άσπρο πουκάμισο -μαύρο παντελόνι». Κρίνοντας από την ποικιλία του ιματισμού μάλλον για τους περισσότερους ίσχυε κάτι του στυλ «φέρτε ό,τι έχετε». Αυτή η τάση για ομοιομορφία είναι βέβαια ένα τεράστιο κεφάλαιο της οπτικής ομογενοποίησης που έχουμε συνηθίσει από στρατιωτικές κυβερνήσεις, χούντες και βέβαια το πολύ-αγαπημένο από τους συντηρητικούς, ανοιχτά ή εν κρυπτώ, Γ Ράιχ. Στην ενδυματολογία του θεάτρου ή του κινηματογράφου, η ομοιότητα έχει έναν συμβολισμό. Αυτός συχνά γίνεται κατανοητός με την πρώτη ή την δεύτερη ματιά. Στον κόσμο του Χάρι Πότερ αυτοί που φοράνε μανδύες είναι οι μάγοι σε αντίθεση με τους μη μάγους. Εδώ ποιο είναι το μήνυμα; Ότι είμαστε όλοι ίδιοι; Μια Ελλάδα, μια πνοή, τρία χρώματα; Να λέμε πάλι καλά δηλαδή που δεν ήταν και όλοι ντυμένοι γαλανόλευκα σαν κάτι χουντικές παρελάσεις στο Καλλιμάρμαρο. 

Έπειτα, αυτά τα μικροαστικά κατάλοιπα που θυμίζουν επιταγές των αδελφών της γιαγιάς μας. Εκεί που το τραγούδι λέει «Να κι ο Άλκης ο μικρός μας» τα πλήθη υποχωρούν για να τρέξει ένα στρουμπουλό αγοράκι ανάμεσά τους με ένα αμήχανο χαμόγελο. Φυσικά το αγοράκι είναι ξανθό (για να ανταποκριθούμε βεβαίως και στο φαντασιακό ξανθό=αγνό) και τρέχει λίγο ατσούμπαλα,  όπως όταν μας ζητούσαν να φέρουμε μια βόλτα το σαλόνι στη γιορτή μας για να θαυμάσουν όλοι οι συγγενείς το μικρομέγαλο ντύσιμο στο πεντάχρονο κορμί μας. 

Υπάρχει όμως και χειρότερα, όπως το εντελώς ντροπιαστικό σημείο των στίχων: 

«Nα κι ο Mπάμπης που έχει πιει, κι η Λυδία ντρέπεται
που όλο εκείνη βλέπετε, βρε
Kι ο Aχιλλέας με τη Zωή μπρος στην Πολαρόιντ κοιτούν γελαστοί
Tότε η Έλενα η χορεύτρια σκύβει στη μεριά του Tάσου»

Πρώτον, άκουσα το σημείο τουλάχιστον δέκα φορές και θα ορκιζόμουν ότι ο «Μπάμπης» έγινε «Πάρης». Άντε, οριακά να δεχτούμε τον «Τάσο» παρακάτω, αλλά Μπάμπης; Ούτε Βιβλικό, ούτε αρχαίο, ούτε συμβολικό όνομα όπως όλα τ’ άλλα είναι. Πως θα φανεί το νεοπλουτίστικο κόμπλεξ που κάνει εργοδότες και εργοδότριες από το παρελθόν μέχρι σήμερα να λένε τις οικιακές βοηθούς «υπηρέτριες» και να τις βάζουν να τους φωνάζουν «κυρία» και «κύριε», ακόμα κι αν οι ίδιοι κατάγονται από τους Άνω Τραχανάδες Βοιωτίας και ο μπαμπάς τους ήταν προβατάρης; Ένας που εκφράζει το ελληνικό ιδεώδες δεν μπορεί να είναι Μπάμπης. Μπορεί να είναι Πάρης. Κι ας ξέρουμε πολλούς περισσότερους Μπάμπηδες απ’ ότι Πάρηδες. Δεύτερον, αυτό το σαχλό σκετσάκι που κάνουν τα τρία (ετεροφυλόφιλα φυσικά) ζευγάρια Μπάμπης-Λυδία, Αχιλλέας- Ζωή και Έλενα-Τάσος προδίδει ότι η φαντασία όποιων τα σκέφτηκαν και τα σκηνοθέτησαν έχει παγιδευτεί σε αναπαραστάσεις που έχουν κλείσει τουλάχιστον αιώνα. Ως εικόνα, «Ο νεαρός που κυνηγάει μια νεαρή γύρω από μια αρχαιοελληνική προτομή/στήλη», είναι περίπου όσο πρωτότυπη είναι μια ακόμα διασκευή της Σταχτοπούτας.

Μετά έχουμε την Αγορά του Καλατράβα που δημιουργήθηκε με εκείνα τα υπέροχα κονδύλια των πολύ πετυχημένων Ολυμπιακών που άφησαν πίσω τους καταπληκτικές επενδύσεις και εγκαταστάσεις που αξιοποιήθηκαν στο έπακρο. Την βλέπουμε ελάχιστα, έτσι, να φανεί και κάτι μοντέρνο. Όχι πολύ όμως, μη φοβάστε. 

Επιστρέφουμε σε μια κάτοψη του Καλλιμάρμαρου όπου οι ομολογουμένως πολύ όμορφοι φωτισμοί του βίντεο παραγκωνίζονται για να εμφανιστούν υπό τους κρότους κανονιοβολισμών και τουφεκισμών, σημαντικές προσωπικότητες της επανάστασης, που έχουν τοποθετηθεί με ντροπιαστικά παρωχημένο τρόπο ψηφιακά πάνω στις κερκίδες. Τώρα θα μου πείτε, εδώ δεν υπάρχουν λεφτά για ΜΕΘ, λεφτά για καλή ψηφιακή επεξεργασία θέλεις; Και θα σας πω, ναι αλλά λεφτά βρέθηκαν για να στηθεί και να οργανωθεί όλο αυτό το μονότονο, άοσμο, παρωχημένο, αντι-αισθητικό πράγμα. Ας γινόταν καλά από τεχνικής άποψης τουλάχιστον. 

Άμα είναι να γιορτάσουμε το ’21 σώνει και καλά, ας το γιορτάσουμε συμβολικά (γιατί δεν είμαστε όλοι ανιστόρητοι ξέρετε και δε χάφτουμε παραμύθια μιας αυθόρμητης εθνικής ενότητας και επανάστασης την 25η Μαρτίου του 1821). Να δεχτούμε ότι γιορτάζουμε πανανθρώπινες αξίες, όπως το δικαίωμα στην ελευθερία από την καταπίεση και τη δουλεία, το δικαίωμα στο όνειρο ενός καλύτερου αύριο, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την πίστη στην ανεξαρτησία του ατόμου. Ας γιορτάσουμε και όλα αυτά τα κάπως γραφικά, αλλά συμπαθητικά, που θεωρούμε ότι μας χαρακτηρίζουν ως Έλληνες: το κέφι, τον αυθορμητισμό, το χαμόγελο. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, για να γίνει αυτό, θέλουμε ένα άλλο βίντεο, με ένα άλλο τραγούδι. Θέλουμε Έλληνες γκραφιτάδες, Ελληνίδες γκοθ και, ακόμα κι αν δε μου αρέσουν προσωπικά, βαμμένους οπαδούς με τα χρώματα της ομάδας τους. Θέλουμε μπαρμπάδες που καπνίζουν, και υπερλουσάτες κοπέλες που βγαίνουν στο Γκάζι. Θέλουμε γκέι χορευτές και γιαγιάδες με τσεμπέρι. Ποζεράκους με παπάκια, πωλήτριες με κουρασμένα μάτια, γιατρούς με σκεμπέ που σου κλείνουν το μάτι να φας το έξτρα πιτόγυρο, αγόρια που παίζουν με κούκλες και κορίτσια που παίζουν ποδόσφαιρο, ζευγάρια που φιλιούνται, καθηγητές που κάνουν μάθημα, την κυρά Dorentina την Αλβανίδα που ταΐζει τα αδέσποτα στη γωνία σε εφημερίδες. Θέλουμε δημόσια πρόσωπα που παίρνουν θέση, μαύρους από τη Βικτώρια. Θέλουμε τον Αφγανό που μου πούλησε μια σακούλα για ψώνια και χαμογέλασε επειδή τον ρώτησα για το τραγούδι που άκουγε και μου είπε σε σπασμένα αγγλικά ότι η γλώσσα είναι Παστού. Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει γλώσσα που λέγεται Παστού. Και ουσιοεξαρτώμενους, και ανάπηρους, και χοντρές, και τσούλες, και αγρότες, και τσέλιγκες, και ταξιτζούδες και, και, και. 

Θέλουμε εν ολίγοις, να δούμε όλοι όλους, όπως ξέρουμε ότι συνυπάρχουμε σ’ αυτήν την «φλούδα γης» που έλεγε ο Γκάτσος. Κι ας μη μας αρέσει, κι ας φαγωνόμαστε. Δεν είμαστε τέλειοι. Αλλά όταν κάτι φτιάχνεται για να μας εκπροσωπήσει όλους, ας μας εκπροσωπεί όντως. Μιας που πιάσαμε τον Γκάτσος, γράφει σοφά «Κριτής κι αφέντης ειν’ ο θεός, και δραγουμάνος του ο λαός». Δραγουμάνος θα πει «διερμηνέας». Δε μπορεί η ύψιστη εξουσία να ερμηνεύει για πάντα πως θα είναι ο λαός της. Ο διερμηνέας του «θεού», της ύψιστης εξουσίας, όπως την λογίζεται ο καθένας μας είναι ο λαός. Εμείς. Και μας αξίζει μια καλύτερη μνήμη. 

* Ο Άγγελος Παπαδάκης γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές Filmmaking and Media Arts στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Εκπονεί τη διδακτορική διατριβή του στο ΑΠΘ με θέμα «Η μεταφορά του θεατρικού Μιούζικαλ στον Κινηματογράφο- Μια πρακτική σκηνοθετική προσέγγιση». Έχει γράψει δύο βιβλία (εκδόσεις ‘Θερμαϊκός’) και δουλεύει ως σκηνοθέτης και κειμενογράφος στο θέατρο και στον κινηματογράφο. 

 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr