Η πρόσφατη παρουσίαση του σχεδίου της ΕΛΑΣ για την Τοπική Αυτοδιοίκηση επανέφερε στο δημόσιο διάλογο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της ελληνικής διακυβέρνησης: τη σχέση του κεντρικού κράτους με τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Πρόκειται για μια συζήτηση που δεν αφορά μόνο την κατανομή αρμοδιοτήτων, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το κράτος και την αποτελεσματικότητά του.
Η Ελλάδα παραμένει μία από τις περισσότερο συγκεντρωτικές διοικητικά χώρες της Ευρώπης. Για δεκαετίες, οι κυβερνήσεις συγκέντρωσαν στο κεντρικό κράτος αρμοδιότητες που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ασκούνται από την αυτοδιοίκηση.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: αργές διαδικασίες, υπερβολική γραφειοκρατία, περιορισμένη ευελιξία και μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη λήψη των αποφάσεων και στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Υπό αυτή την έννοια, η διάγνωση της ΕΛΑΣ ότι απαιτείται ουσιαστική αποκέντρωση δεν είναι λανθασμένη. Είναι μια διαπίστωση που συμμερίζονται εδώ και χρόνια η διοικητική επιστήμη, οι διεθνείς οργανισμοί και οι περισσότεροι μελετητές της δημόσιας διοίκησης.
Εκεί όπου, όμως, αρχίζουν οι επιφυλάξεις είναι στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να υλοποιηθεί αυτή η μετάβαση.
Η μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων και περισσότερων οικονομικών πόρων προς τους δήμους δεν συνιστά από μόνη της μεταρρύθμιση. Η εμπειρία έχει δείξει επανειλημμένα ότι η ποιότητα της διακυβέρνησης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το επίπεδο στο οποίο ασκείται η εξουσία, αλλά από την κρατική και διοικητική ικανότητα. Δηλαδή από την ύπαρξη θεσμών, εξειδικευμένου προσωπικού, μηχανισμών λογοδοσίας, τεχνογνωσίας και αποτελεσματικών διοικητικών διαδικασιών.
Αυτό ακριβώς αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο έλλειμμα της ελληνικής αυτοδιοίκησης.
Οι περισσότεροι ελληνικοί δήμοι δεν στερούνται μόνο χρηματοδότησης. Στερούνται κυρίως εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Δυσκολεύονται να σχεδιάσουν σύνθετες δημόσιες πολιτικές, να απορροφήσουν ευρωπαϊκά κονδύλια, να εκπονήσουν ώριμες μελέτες ή να οργανώσουν σύγχρονες δημόσιες υπηρεσίες.
Η ανάθεση επιπλέον αρμοδιοτήτων χωρίς προηγούμενη ενίσχυση αυτής της διοικητικής επάρκειας εγκυμονεί τον κίνδυνο να μεταφερθούν οι αδυναμίες του κεντρικού κράτους σε τοπικό επίπεδο, αντί να επιλυθούν.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση δημιουργίας περίπου εκατό πενήντα νέων δήμων. Η διοικητική ιστορία της Ελλάδας δεν δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα είναι ο μικρός αριθμός αυτοδιοικητικών μονάδων.
Αντιθέτως, αναδεικνύει ως βασική πρόκληση τη βιωσιμότητα πολλών υφιστάμενων δήμων, την οικονομική τους εξάρτηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και τις σημαντικές ανισότητες ως προς τη στελέχωση και την τεχνική τους επάρκεια.
Η περαιτέρω διοικητική κατάτμηση κινδυνεύει να αυξήσει το λειτουργικό κόστος και να δημιουργήσει περισσότερες αγκυλωμένες και δυσλειτουργικές δομές χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της αποτελεσματικότητας.
Αντίστοιχα, η πρόταση για σημαντική ανακατεύθυνση δημόσιων πόρων προς τους ΟΤΑ εγείρει ένα κρίσιμο δημοσιονομικό ζήτημα. Οι κρατικοί πόροι δεν είναι απεριόριστοι. Η ενίσχυση της αυτοδιοίκησης είναι θεμιτή όταν συνοδεύεται από τεκμηριωμένο σχέδιο χρηματοδότησης και σαφείς μηχανισμούς λογοδοσίας.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί η δυνατότητα του κεντρικού κράτους να ασκεί κρίσιμες εθνικές πολιτικές χωρίς να διασφαλιστεί ότι οι δήμοι μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις νέες τους ευθύνες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορρίψουμε την αποκέντρωση. Το αντίθετο.
Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη αποκέντρωση, αλλά όχι βιαστική αποκέντρωση. Χρειάζεται μια μεταρρύθμιση που θα προηγείται της μεταφοράς αρμοδιοτήτων και όχι μια μεταφορά αρμοδιοτήτων που θα υποκαθιστά τη μεταρρύθμιση.
Η πρώτη και σημαντικότερη προτεραιότητα οφείλει να είναι η ουσιαστική αναβάθμιση της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης.
Η χώρα χρειάζεται έναν θεσμό που θα εκπαιδεύει συστηματικά τα στελέχη που θα στελεχώσουν τους δήμους του αύριο: διοικητικούς επιστήμονες, οικονομολόγους, μηχανικούς, ειδικούς ψηφιακής διακυβέρνησης, στελέχη περιβαλλοντικής πολιτικής και διαχείρισης ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Παράλληλα, η μεταφορά νέων αρμοδιοτήτων θα πρέπει να πραγματοποιείται σταδιακά και μόνο όταν κάθε δήμος αποδεικνύει αντικειμενικά ότι διαθέτει την αναγκαία διοικητική επάρκεια.
Η λειτουργία των σχολικών μονάδων, η διοικητική οργάνωση της πρωτοβάθμιας υγείας, η διαχείριση των δασών, η πολιτική προστασία και σημαντικό μέρος των τοπικών υποδομών μπορούν να αποτελέσουν τον φυσικό χώρο ευθύνης της αυτοδιοίκησης. Όχι όμως σήμερα και όχι οριζόντια.
Μόνο αφού προηγηθεί η δημιουργία των θεσμικών και διοικητικών προϋποθέσεων που θα εξασφαλίσουν ότι αυτές οι αρμοδιότητες θα ασκούνται με επάρκεια και λογοδοσία.
Η συζήτηση για την αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο δίλημμα «περισσότερο ή λιγότερο κράτος». Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: ποιο κράτος θέλουμε.
Ένα κράτος που μεταφέρει απλώς ευθύνες ή ένα κράτος που οικοδομεί θεσμούς ικανούς να υπηρετήσουν αποτελεσματικά τον πολίτη;
Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν θα κριθεί από τον αριθμό των νέων δήμων ούτε από το ύψος των κονδυλίων που θα μεταφερθούν.
Θα κριθεί από το αν θα δημιουργήσει ισχυρότερους θεσμούς, καλύτερη διοίκηση και υψηλότερη ποιότητα διακυβέρνησης.
Και αυτή η προϋπόθεση απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο από μια νομοθετική πρωτοβουλία: απαιτεί μακροπρόθεσμη επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο του ελληνικού κράτους.
Διαβάστε επίσης:
Η αυτοδυναμία θα κρίνει τον Μητσοτάκη, όχι η πρωτιά
Ο άνθρωπος που πρόδωσε την ελπίδα επιστρέφει ως κληρονόμος της
Δικαιοσύνη ή συγκάλυψη; Το όριο που χάθηκε
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια