Στεκόμαστε για μία ακόμη φορά, απέναντι σε ένα θανατηφόρο συμβάν στο Αιγαίο και αναρωτιέμαι για το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτό κατέστη δυνατό.
Η θανατηφόρα «σύγκρουση» μεταξύ σκάφους του Ελληνικού Λιμενικού Σώματος και φουσκωτής βάρκας που μετέφερε πρόσφυγες ανοιχτά της Χίου επαναφέρει με οξύτητα στο προσκήνιο τις ευρωπαϊκές πρακτικές θαλάσσιου ελέγχου των συνόρων και εγείρει κρίσιμα ερωτήματα περί ευθύνης και περί της ισορροπίας μεταξύ συνοριακού ελέγχου και προστασίας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα. Η είδηση έχει ήδη ταξιδέψει, δεκατέσσερις σοροί ανασύρθηκαν από τη θάλασσα- έντεκα άνδρες και τρεις γυναίκες- ενώ μία ακόμη γυναίκα υπέκυψε αργότερα στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου λόγω σοβαρών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων.
Είκοσι τέσσερα άτομα, ανάμεσα τους έντεκα παιδιά, παραμένουν σε νοσηλεία, ενώ αρκετοί υποβλήθηκαν σε επείγουσες χειρουργικές επεμβάσεις για τραύματα που έθεταν άμεσα τη ζωή τους σε κίνδυνο Δύο έγκυες γυναίκες πρόκειται επίσης να χειρουργηθούν, αφού επιβεβαιώθηκε η απώλεια των μωρών τους. Παράλληλα, δύο στελέχη του Λιμενικού τραυματίστηκαν ελαφρά και νοσηλεύτηκαν ενώ άγνωστος αριθμός επιβαινόντων εξακολουθεί να αγνοείται.
Σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο, το περιστατικό σημειώθηκε κατά τη διάρκεια καταδίωξης σκάφους υψηλής ταχύτητας, το οποίο φερόταν να χειρίζονται διακινητές και να μεταφέρει περίπου τριάντα άτομα.
Παράλληλα, οι αρχές υποστήριξαν ότι η σύγκρουση προέκυψε κατά τη διάρκεια της καταδίωξης και διέψευσαν κάθε αναφορά σε ανταλλαγή πυροβολισμών. Ωστόσο, ακόμη και αν παραμεριστούν οι σοβαρότερες καταγγελίες περί σκόπιμου εμβολισμού, το ίδιο το γεγονός της σύγκρουσης στο πλαίσιο επιχείρησης ελέγχου συγκεντρώνει το ζήτημα της ευθύνης.
Η σύγκρουση μεταξύ ενός βαριά οπλισμένου, χαλύβδινου περιπολικού και ενός μικρού, υπερφορτωμένου ταχύπλοου που έπλεε νύχτα, με παιδιά και οικογένειες, και χωρίς επαρκή ναυτιλιακό εξοπλισμό, συνιστά παράδειγμα ασύμμετρης χρήσης δύναμης στη θάλασσα
εάν η επαφή ήταν σκόπιμη ή αποτέλεσμα επιθετικής αναχαίτισης ωστόσο, αποτελεί ζήτημα που οφείλει να διερευνηθεί. Μια τέτοια σύγκρουση υπό αυτές τις συνθήκες παραπέμπει ευθέως στο ναυάγιο της Πύλου και μπορεί να θεωρηθεί προβλέψιμη κατάληξη της προτεραιοποίησης του ελέγχου εις βάρος της αποτροπής θανατηφόρων κινδύνων.
Οι ελληνικές αρχές υποστηρίζουν ότι η σύγκρουση δεν ήταν εκούσια ή ότι οι διακινητές ενήργησαν απερίσκεπτα, ωστόσο καμία τέτοια εκδοχή δεν αίρει την κρατική ευθύνη. Το διεθνές ναυτικό δίκαιο και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβάλλουν στα κράτη κανόνες που δίνουν προτεραιότητα στην ανθρώπινη ζωή και αποφεύγουν τακτικές που εκθέτουν ζωές σε σοβαρό κίνδυνο. Επιπροσθέτως, κάθε αποτυχία συμμόρφωσης θεμελιώνει κρατική ευθύνη, είτε προκύπτει από παράλειψη είτε από εσφαλμένη εκτίμηση ενώ η υποχρέωση αυτή έχει αναγνωριστεί σε αποφάσεις κατά της Ελλάδας που αφορούν προηγούμενα ναυάγια στο Αιγαίο. Έχει επίσης επισημανθεί από τον Υπεύθυνο Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Frontex, ο οποίος έχει εκφράσει ανησυχίες για τη μη τήρηση δεσμευτικών εγγυήσεων κατά τις επιχειρήσεις αναχαιτίσεων.
Επιπλέον, η Χίος προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία όχι μόνο λόγω του αριθμού των θυμάτων, αλλά λόγω της θεσμικής οικειότητας της ίδιας της λεξικής πλαισίωσης του περιστατικού: η έμφαση στη «σύγκρουση» αντί στη συμπεριφορά και στις επιχειρησιακές επιλογές θυμίζει έντονα την περίπτωση της Πύλου.
Εάν το περιστατικό της Χίου αντιμετωπιστεί ως απλό «ατύχημα», αγνοείται το σαφές νομικό πλαίσιο που απορρέει από τη Σύμβαση Έρευνας και Διάσωσης, τη Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα και το άρθρο 98 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα οποία επιβάλλουν θετική υποχρέωση παροχής βοήθειας σε πρόσωπα σε κίνδυνο στη θάλασσα. Παρά τη δεσμευτική φύση αυτών των υποχρεώσεων, σε δεκάδες παρόμοια περιστατικά έχουν υποταχθεί στις επιταγές της μεταναστευτικής διαχείρισης.
Η σημασία του περιστατικού της Χίου υπερβαίνει τον αριθμό των απωλειών και αγγίζει τη θεσμική αξιοπιστία της ευρωπαϊκής αντίδρασης στο συμβάν η οποία εξαρτάται από τη διαφάνεια των ερευνών και από την ουσιαστική αντιμετώπιση της αναλογικότητας ως νομικού ζητήματος.
Για τις οικογένειες των θυμάτων και των αγνοουμένων, ο ευφημισμός δεν προσφέρει καμία αποκατάσταση. Για όλους εμας όμως, η επανάληψή του απειλεί να κανονικοποιήσει την αποτυχία και να διαβρώσει τη δεσμευτική ισχύ των νομικών υποχρεώσεων που διακυβεύονται.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα Αγγλικά από το EU Observer
* Η Τατιάνα Σβώρου είναι Σύμβουλος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ανθρωπιστικής Συνηγορίας. Από το 2019 έως σήμερα έχει συμμετάσχει σε αποστολές με διαφορετικούς οργανισμούς (Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, Save the Children) στο Λίβανο, το Ιράκ, την Ιορδανία, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και έχει υλοποιήσει στρατηγικές υπεράσπισης για την Τυνησία/Λιβύη και τη βορειανατολική Συρία.
Διαβάστε επίσης:
Γερμανία: Από εγκεφαλική αιμορραγία ο θάνατος του ελεγκτή που ξυλοκοπήθηκε από Ελληνα
Καιρός: Έρχεται νέο κύμα κακοκαιρίας – Τι ώρα θα βρέξει στην Αττική
Κακοκαιρία: Απαγορευτικό απόπλου και καθυστερήσεις στα λιμάνια της Αττικής
Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση εμπορίας ανθρώπων – Εξανάγκαζε Ρουμάνους να ζητιανεύουν στα φανάρια
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια