Από την Μπεκατώρου στον ομαδικό βιασμό της αδελφής Ορτίζ

Καμιά φορά αρκεί μια θαρραλέα γυναίκα, για να έρθουν τα πάνω κάτω. Αν στην Ελλάδα ήταν η Σοφία Μπεκατώρου που έβαλε φωτιά στην ελληνική εκδοχή του #metoo, μια καλόγρια, η Ντιάνα Ορτίζ, άλλαξε τη στάση των ΗΠΑ, της Λατινικής Αμερικής και όλου του κόσμου απέναντι στα βασανιστήρια.

Στέλιος Κούλογλου 22/02/2021 | 22:51

Μου είχε διηγηθεί τη συγκλονιστική της ιστορία στην Ουάσιγκτον το 2005, με αφορμή τα βασανιστήρια στο κολαστήριο του Αμπού Γκράιμπ, στο Ιράκ. Στη δική της περίπτωση, τής είχαν σβήσει 100 τσιγάρα στην πλάτη, την είχαν κρεμάσει πάνω από ένα ανοιχτό λάκκο γεμάτο με σώματα ανδρών, γυναικών και παιδιών, μερικά αποκεφαλισμένα, άλλα ακόμα ζωντανά. Τη βίασαν ομαδικά και κατ’ εξακολούθηση και ύστερα την έβαλαν να μαχαιρώσει μια άλλη βασανισμένη.

Σταμάτησε δύο φορές επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τις αναμνήσεις της, έφυγε από το δωμάτιο, αλλά επέστρεψε γιατί ήθελε να τελειώσει μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της μπροστά σε κάμερα. Ήθελε να περάσει το μήνυμα. Έφυγε προχθές από τη ζωή, 62 ετών, αφήνοντας πίσω της ένα παγκόσμιο κίνημα, το διεθνές Κέντρο για την κατάργηση των βασανιστηρίων και την υποστήριξη των θυμάτων. Και μαζί χιλιάδες ντοκουμέντα για τα εγκλήματα των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική.

Η ιστορία της ξεκίνησε όταν πήγε στη Γουατεμάλα, στα πλαίσια μιας ιεραποστολής στην οποία συμμετείχε ως καλόγρια, για να διδάξει γράμματα στους ιθαγενείς μιας απομακρυσμένης περιοχής. 

«Πήγα στη Γουατεμάλα το 1987 και λίγο αργότερα άρχισα να λαμβάνω απειλητικά γράμματα. Πίστευα πως δεν έπρεπε να πάρω πολύ σοβαρά τις απειλές. Πρώτον, επειδή ήμουν καθολική μοναχή και δεύτερον, επειδή ήμουν πολίτης των ΗΠΑ.  Δίδασκα στα παιδιά γραφή κι ανάγνωση. Όταν τα παιδιά γίνονται έφηβοι κι ενήλικες και ξέρουν να γράφουν και να διαβάζουν, αναγνωρίζουν πως έχουν κάποια βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Με λυπεί και με οργίζει πώς μια κυβέρνηση τόσο ισχυρή όσο αυτή της Γουατεμάλας και των ΗΠΑ, νιώθουν να απειλούνται από τα παιδιά. Αυτό και μόνο αποτελεί έγκλημα..

..Το πρωί της 2ης Νοεμβρίου του 1989, με απήγαγαν, με έβαλαν σε αυτοκίνητο της Αστυνομίας, ενώ μου είχαν δέσει τα μάτια και με πήγαν σε στρατιωτική εγκατάσταση, μέσα στην Πόλη της Γουατεμάλας.  Όταν με πρωτοπήγαν μέσα στο κτίριο, το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν μια οσμή. Σαν το θάνατο.. Όταν με πήγαν στο κελί, θυμάμαι ότι άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν Συχνά, λέω ότι το πλέον επώδυνο τμήμα του βασανισμού μου ήταν να ακούω άλλους ανθρώπους που βασάνιζαν… Και να με εξαναγκάζουν να συμμετέχω στο βασανισμό».

Στο σημείο αυτό έφυγε από τον χώρο της συνέντευξης για να επανέλθει σε λίγο. 

«Όταν καταρρέω, ζητώ πάντα συγγνώμη και θυμώνω με τον εαυτό μου.. Ενα κομμάτι μου πιστεύει ότι όταν καταρρέω, επιτρέπω στους βασανιστές μου να πετύχουν στο έργο τους. Και το πολεμώ αυτό καθημερινά. Λέω στον εαυτό μου ότι αφού είμαι ζωντανή και επέλεξα να πω ναι στη ζωή, δεν θα τους επιτρέψω να μου αφαιρέσουν αυτό το δικαίωμα.».

Τότε εμφανίστηκε ένας άνδρας που η Ντιάνα πιστεύει ότι ήταν Αμερικανός. Οι άλλοι βασανιστές τον φώναζαν Αλεχάνδρο.

«.. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια του βασανισμού μου, αντελήφθην ένα τέταρτο άτομο μέσα στο χώρο. Μιλούσε πολύ άσχημα ισπανικά. . Τους διέταξε να με αφήσουν ήσυχη και με βοήθησε να περπατήσω και να φύγω απ’ το κτίριο. Μίλησα μαζί του στα αγγλικά. Κι εκείνος μου απαντούσε σε σπαστά ισπανικά. . Μπήκαμε σ’ ένα τζιπ και κάποια στιγμή, ενώ του μιλούσα και πάλι στα αγγλικά, μου απάντησε κι εκείνος στα αγγλικά. Σε μια διασταύρωση που σταμάτησε το τζιπ, άνοιξα την πόρτα και το έβαλα στα πόδια. .

 

..Αναζήτησα  καταφύγιο στο Κτίριο Μαρίνο (έδρα Καθολικών) στην Πόλη της Γουατεμάλας. Οι αδελφές και διάφοροι δικηγόροι με βοήθησαν να φύγω από τη χώρα. Και μίλησα σ’ αυτούς για τον Αμερικανό. Η συμβουλή που μου έδωσε μία από τις αδελφές ήταν να μη μιλήσω..Αλλά εγώ επιμένω πάντα να μιλώ γι’ αυτόν, κυρίως γιατί είχε κυρίαρχο ρόλο για τα όσα συμβαίνουν στη Γουατεμάλα». 

Από τους βιασμούς είχε μείνει έγκυος και έκανε άμβλωση. Δεν θυμόταν τη ζωή της πριν την απαγωγή. Όταν επέστρεψε στην οικογένειά της στο Νέο Μεξικό και στις μοναχές στο Κεντάκι, δεν τους αναγνώρισε. Μετά από χρόνια θεραπείας σε ένα κέντρο αποκατάστασης στο Σικάγο, άρχισε να συνέρχεται και να ζητάει την τιμωρία των υπευθύνων. 

« θεώρησα ότι ήταν σημαντικό να μάθει η κυβέρνησή μου πως ένας Αμερικανός έδινε διαταγές σε βασανιστές, μέσα σε μια παράνομη φυλακή. Πίστευα ότι η ηγεσία της χώρας μου θα εξοργιζόταν». 

Κατάλαβε ότι είχε πέσει έξω και το 1996, ξεκίνησε μια απεργία πείνας πέντε εβδομάδων έξω από τον Λευκό Οίκο. Zητούσε τον αποχαρακτηρισμό των εγγράφων της κυβέρνησης των ΗΠΑ που σχετίζονται με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Γουατεμάλα από το 1954, όταν η CIA ανέτρεψε τη νόμιμη, αριστερόστροφη  κυβέρνηση , πυροδοτώντας έναν εμφύλιο πόλεμο που κράτησε 36 χρόνια, στοίχισε τη ζωή 200.000 αμάχων και έχει καταστρέψει τη χώρα.

«Τα έγγραφα που μου παρέδωσαν ήταν οι επιστολές που είχα στείλει προς το Υπουργείο Εξωτερικών, ή σε κυβερνητικούς αξιωματούχους καταγγέλλοντας την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Γουατεμάλα. Κάποια ήταν αποκόμματα εφημερίδων. Κάποια παντελώς άσχετα. ..Όταν άρχισα να υποβάλλω μηνύσεις εναντίον της κυβέρνησης στη Γουατεμάλα και να κάνω ερωτήσεις, εδώ, στις ΗΠΑ, υπέστην μια εκστρατεία σπίλωσης. Με είπαν ψεύτρα, ότι θέλω να επηρεάσω την αποστολή βοήθειας προς τη Γουατεμάλα, με είπαν λεσβία, είπαν ότι μόνη μου έκανα τα σημάδια από κάψιμο τσιγάρου στην πλάτη μου». 

Η Ντιάνα συνέχισε τον αγώνα της για την αλήθεια.. Νέα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα έδειξαν ότι οι δυνάμεις της Γουατεμάλας, που διέπραξαν πράξεις γενοκτονίας κατά τον εμφύλιο πόλεμο, είχαν εξοπλιστεί και εκπαιδευτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες.. Χάρις και στη δική της δράση, το 1999 ο πρόεδρος Κλίντον ζήτησε συγνώμη για τις επεμβάσεις των ΗΠΑ σε αυτή τη δύστυχη χώρα της Κεντρικής Αμερικής. Το Κέντρο κατά των Βασανιστηρίων, όπου έγινε η συνέντευξη, απέκτησε διεθνή φήμη και περιθάλπει δεκάδες θύματα από όλο τον κόσμο. Φεύγοντας,  την ευχαρίστησα για τη γενναιότητα και το έργο της: 

« Πρέπει να φανώ ειλικρινής με τον εαυτό μου και να αναγνωρίσω πως ο βασανισμός μου θα με συνοδεύει σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή μου». 

Στη φωτογραφία, από μια συνέντευξη τύπου το 1996, η Ντιάνα Ορτίζ παρουσιάζει τα σκίτσα των βιαστών της.