Απο την Μαριάννα στις τρεις Μαρίες : Όταν το «Εstado Novo»  κλυδωνίστηκε από μια καλόγρια 

Το 1972, τρεις γυναίκες, τρεις Μαρίες, συναντιόντουσαν κάθε βδομάδα συγγράφοντας ένα συλλογικό έργο με σκοπό να αφυπνίσουν τις γυναίκες για την καταπίεση τους εντός της παραδοσιακής - πατριαρχικής  πορτογαλικής κοινωνίας. Τις βοηθά μια καλόγρια από τον 17ο αιώνα και η δικτατορία του Καετάνο ‘’αφρίζει’’ εναντίον τους.. 

 Τρεις Μαρίες στο μουσείο Aljube : Αντίστασης και Ελευθερίας έως τον Δεκέμβριο του 2021.
Ματριόσκα η Κόκκινη 26/11/2021 | 18:04

Ήταν το 1669 στο Παρίσι, όταν πρωτοεκδόθηκε  το βιβλίο ‘’Επιστολές μιας Πορτογαλίδας Μοναχής’’. Πέντε επιστολές οι οποίες αποκάλυπταν μια παθιασμένη  ερωτική σχέση ανάμεσα σε μια  καλόγρια και σε έναν αξιωματικό του Γαλλικού στρατού. Το σούσουρο γύρω από το σκάνδαλο που ξεσηκώνουν είναι μεγάλο. Τα γαλλικά σαλόνια αρέσκονται σε ερωτικές απαγορευμένες ιστορίες και μια τέτοια  σχέση  αποτελούσε πρώτης τάξεως κουτσομπολιό.

Γρήγορα ανακάλυψαν τον  παραλήπτη. Ήταν ο Νοέλ  Μπουτόν. Γάλλος Μαρκήσιος ο οποίος υπηρέτησε για πέντε χρόνια στην Πορτογαλία ως αξιωματικός εναντίον των Ισπανών, στο απελευθερωτικό πόλεμο των Πορτογάλων εναντίον της Ισπανικής μοναρχίας. Ο μεταφραστής των επιστολών, ονόματι Γκαμπριέλ -Τζοζέφ Βερνιέ διπλωμάτης στην υπηρεσία ενός Γάλλου Κόμη, επιβεβαίωσε την ταυτότητα του αξιωματικού αλλά αρκέστηκε να αποκαλύψει μόνο το μικρό όνομα της καλόγριας. Την έλεγαν Μαριάννα και είχε εγκαταλειφθεί από τον Γάλλο ευγενή κάτω από το φόβο του σκανδάλου.

Εκείνη στην απελπισία της του έγραψε πέντε γράμματα εξιστορώντας τις αναμνήσεις από την μεταξύ τους σχέση, θρηνώντας για το χαμένο έρωτας τους και την βαριά της μοίρας να μείνει μόνη και εσώκλειστη στο μοναστήρι.

Θα περάσουν εκατό χρόνια μέχρι να αποκαλυφθεί το πλήρες όνομα της : Ήταν η Μαριάννα Αλκοφοράντο. Κόρη πλούσιου γαιοκτήμονα της περιοχής Μπέχα της Πορτογαλίας. Ο πατέρας της είχε 6 παιδιά από το πρώτο του γάμο. Τρεις γιούς και τρεις κόρες. Ανάμεσα τους και η Μαριάννα. Εκείνη την εποχή η μοίρα των παιδιών μιας πλούσιας οικογένειας ήταν προκαθορισμένη. Ο πρωτότοκος γιος κληρονομούσε τα πάντα και η κόρη της οικογένειας φρόντιζαν να καλοπαντρευτεί με κάποιον της τάξης τους  προικίζοντας την πλουσιοπάροχα. Σε περίπτωση που υπήρχαν και άλλα παιδιά τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Για να διασφαλιστεί η οικονομική δύναμη του πρώτου γιού και ο καλός γάμος της κόρης έπρεπε τα υπόλοιπα παιδιά να ‘’αποκλειστούν’’. Οι  γιοί είχαν την δυνατότητα να γίνουν είτε στρατιωτικοί είτε κληρικοί ενώ οι κόρες κλεινόταν σε μοναστήρι, παρά την θέληση τους, από την παιδική ή εφηβική τους ηλικία.

Η Μαριάννα, σαν δεύτερη κόρη, πέρασε το κατώφλι του μοναστηριού σε ηλικία 8 ετών για να λάβει μόρφωση μέχρι τα 16 –17 χρόνια  της όταν υποχρεώθηκε στην μοναχική ζωή. Οι καλόγριες από πλούσιες οικογένειες απολάμβαναν περισσότερα προνόμια από τις γυναίκες προερχόμενες από τις κατώτερες τάξεις. Είχαν καλύτερη εκπαίδευση, ευρύχωρα κελιά, ελευθερία για επισκέπτες ή επισκέψεις στους δικούς τους, καλύτερο φαγητό, ένδυση, απαλλαγή από βαριές δουλειές  και φυσικά ανέβαιναν στην ιεραρχία διοίκηση της Μονής. Δεν έπαυαν ωστόσο να είναι φυλακισμένες μέσα σε ένα μοναστήρι σε μια ζωή που δεν είχαν επιλέξει οι ίδιες γι αυτές.

Δεν ήταν περίεργο που η Μαριάννα μπορούσε να συναναστραφεί τον νεαρό αξιωματικό μια που ο αδερφός της ήταν εξίσου στρατιώτης αλλά πολλοί αμφισβητούν, αν οι επιστολές ήταν όντως γραμμένες από εκείνη ή απλά χρησιμοποιήθηκε το όνομα της ώστε να γίνουν πιο αληθοφανείς στο  αναγνωστικό κοινό.
Όπως και αν είχε, το βιβλίο είχε τεράστια επιτυχία και μεταφράστηκε σε δεκάδες ξένες γλώσσες ήδη από τον 17ο αιώνα. Μέσα στις σελίδες του συναντάμε μια απελπισμένη ερωτευμένη γυναίκα που δεν μπορεί παρά να αποδεχτεί την μοναξιά και την ανημπορία της να αλλάξει την μοίρα της αφού δεν μπορεί να αποφασίσει για  τίποτα.  Πεθαίνει σε ηλικία 83 ετών χωρίς ποτέ να ξαναδεί τον μοναδικό έρωτα της ζωής της ,πάντα εσώκλειστη στο μοναστήρι.

Αυτή η τραγική ιστορία αγάπης θα γίνει το εφαλτήριο για τρεις γυναίκες να μιλήσουν  τρεις αιώνες αργότερα για την γυναικεία καταπίεσης εντός της πορτογαλικής ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Οι τρεις Μαρίες, όπως θα περάσουν στην ιστορία, ήταν η  Μαρία Ισαβέλλα Μπαρρένο, η Μαρία Τερέζα Όρτα και η Μαρία Βέλιο ντα Κόστα. Τρεις φεμινίστριες, ακτιβίστριες συγγραφείς οι οποίες ένωσαν τις πένες τους, επιθυμώντας να συνεχίσουν από το σημείο εκείνο που η Μαριάννα έβαλε τελεία στην ιστορία της.

Το βιβλίο τους ‘’Νέες Πορτογαλικές Επιστολές’’ είναι ένα συλλογικό έργο το οποίο γράφτηκε μέσα σε ένα χρόνο. Οι τρεις τους συναντιόντουσαν δυο φορές την βδομάδα ανταλλάζοντας τα κείμενα τους και  συζητώντας για τα γυναικεία ζητήματα εντός της σύγχρονής πορτογαλικής πραγματικότητας. 

Από την δεκαετία του ‘30, η Πορτογαλία βρίσκεται κάτω από δικτατορικό καθεστώτος και συγκεκριμένα κάτω από την μπότα του οικονομολόγου Αντόνιο ντι Ολιβιέρα Σαλαζάρ . 

Εμπνεόμενος από τις αρχές του φασιστικού κράτους του Μουσολίνι και την βαθιά του πίστη στο Καθολικισμό επιθυμούσε να εγκαθιδρύσει ένα ‘’Νέο Κράτος’’. Μια νέα άρχη για την Πορτογαλία. Μια Πορτογαλία παμφτωχη και με την πλειονότητα του λαού αγράμματο, τόσο λειτουργικά όσο και οργανικά. Εκείνος παρουσιαζόταν σαν ο χαρισματικός ηγέτης, ο άνδρας που θα έσωζε την Πορτογαλία από όλα τα δεινά της. Κατ΄επέκταση, ο κάθε άνδρας θα έπρεπε να νιώθει εξίσου δυνατός όσο και ο ηγέτης του. Όλες οι συντηρητικές αξίες αναβίωσαν εντός της κοινωνίας διαγράφοντας από την ιστορική μνήμη,την περίοδο 1834- 1926, και τις προσπάθειες εκδημοκράτησης της πολιτικής ζωής, εκσυγχρονισμού της οικονομίας, μοντερνοποίηση της κοινωνίας και μη εμπλοκή της Καθολικής Εκκλησίας στην δημόσια ζωή.

Οι γυναίκες εξακολουθούσαν να ζουν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας παρότι  απέκτησαν δικαίωμα ψήφου στο ‘’Estado Novo’’ όπως ονομάστηκε από τον Σαλαζάρ το δικτατορικό καθεστώς. Για να μπορέσει μια γυναίκα να ψηφίσει θα έπρεπε να ΄χε τελειώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε μια χώρα που τρεις στις πέντε γυναίκες ήταν αναλφάβητες. Σε αντίθεση, οι άνδρες αρκούσε να γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση για να ψηφίσουν. Το διαζύγιο και οι εκτρώσεις απαγορεύονταν. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό χωρίς άδεια από τον σύζυγο τους. Αμείβονταν λιγότερο ενώ ακολουθούσαν συγκεκριμένα ‘’γυναικεία’’ επαγγέλματα κατά την πλειονότητα τους. Σε περίπτωση συζυγοκτονίας, ο άνδρας ήταν ελεύθερος μέσα σε ελάχιστους μήνες αν σκότωνε την γυναίκα του λόγω μοιχείας αλλά μια γυναίκα ήταν αντιμέτωπη με ισόβια αν έκανε κάτι αντίστοιχο.
Η γυναικεία σεξουαλικότητα αποτελούσε ταμπού για την πορτογαλική κοινωνία. Η γυναίκα έπρεπε να είναι ενάρετη, εγκρατής και υπάκουη. Παντρευόταν παρθένα, ιδανικά γνώριζε μόνο έναν άνδρα σε όλη της την ζωή και έκανε απαραίτητα παιδιά ώστε να θεωρείται άξια στην κοινωνία.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες , οι τρεις Μαρίες, αποφάσισαν πως έπρεπε να γράψουν ένα έργο που θα αφύπνιζε τις γυναίκες για την κατάσταση τους και θα τους έδινε φωνή. Η μορφή του είναι μια σειρά από επιστολές γραμμένες από διάφορες γυναίκες  από τον 17ο αιώνα έως και την δεκαετία του ΄70 στην Πορτογαλία. 

Μια από τις  ηρωϊδες, η ίδια η Μαριάννα Αλκοφοράντο, η άτυχη ερωτευμένη μονάχη που στις νέες τις επιστολές δεν είναι πια μια αδύναμη γυναίκα αλλά μια γυναίκα που έχει βρει την δύναμη της. Μέσα από το γράψιμο των πρώτων τις επιστολών προς τον Μπουτόν κατάφερε να συνειδητοποιήσει την εκμετάλλευση που υπέστηκε από τον νεαρό αξιωματικό. Κατάλαβε πως για εκείνον ήταν απλά μια ακόμη ερωτική περιπέτεια, όπως τόσες άλλες, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα πόσο άδικο είναι μια γυναίκα να ντρέπεται για την ερωτική της ζωή ενώ ένας άνδρας να ΄ναι ελεύθερος να ικανοποιεί τις ερωτικές του επιθυμίες χωρίς να στιγματίζεται.

Αποζητά η ίδια την εκδίκηση και την δημιουργία σκανδάλου γύρω από το όνομα του ώστε να νιώσει και εκείνος αυτό που νιώθει μια γυναίκα εντός της κοινωνίας. Παράλληλα, το γράψιμο την απελευθερώνει και κανείς δεν μπορεί να της στερήσει αυτή την ελευθερία. Καταφέρνει αντί να στιγματιστεί η ίδια αντίθετα να ανυψωθεί ξεσκεπάζοντας τον. Πίσω από την ‘’ανδρεία’’ και την ‘’ιπποτική συμπεριφορά’’ δεν κρυβόταν παρά ένας δειλός ευθυνόφοβος φυγάς.

Την σκυτάλη την παραχωρεί, μετά το θάνατο της, στην ανιψιά της και από εκείνη στις επόμενες γενιές γυναικών ως το σήμερα. Γυναίκες που φέρουν πάντα τα ίδια ονόματα : ‘’Μαριάννα’’, ‘’Μαρία’’, ‘’Άννα’’. Η επιλογή των ονομάτων δεν είναι τυχαία. Δεν είναι απλά ένα λογοπαίγνιο με το όνομα της αρχικής ηρωίδας  αλλά ευθεία αναφορά  στις δυο πιο σεβαστές γυναίκες εντός της χριστιανικής θρησκείας. Της Παναγίας και την μητέρα της, της Άννας. Κλείνουν ουσιαστικά το μάτι και στην Καθολική Εκκλησία η οποία υπήρξε αρωγός στην γυναικεία καταπίεση ανά τους αιώνες.  Οι  αναγνώστες  συνειδητοποιούν πως αυτό το σκοινί της κακοποίησης δεν έχει κοπεί ποτέ ως σήμερα. Περνά από την μια στην άλλη. Γυναίκες που γράφουν επιστολές σε εραστές, συζύγους ή η μια στην άλλη. Γυναίκες που ανησυχούν επειδή ο αδερφός τους, ο αγαπημένος τους ή ο γιός τους πολεμά για χρόνια σε κάποια πορτογαλική αποικία ή ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο. Γυναίκες που μένουν μόνες με τα παιδιά τους ενώ οι άνδρες τους είναι μετανάστες. Γυναίκες που δεν επιλέγουν τις ζωές τους απλά τις ζουν ανάλογα με τις συνθήκες που επιλέγουν οι πατέρες τους ή οι άνδρες της ζωής τους. Γυναίκες που μιλούν ανοιχτά για το σώμα τους, την σεξουαλική πράξη, για την σχέση τους με τα παιδιά τους. Γυναίκες που μέσα από το γράψιμο αδειάζουν από παράπονο, θυμό, τύψεις, αγωνία, απογοήτευση, πίκρα, πόθο, αγάπη, νοιάξιμο.

Συχνά, οι επιστολές διακόπτονται από στίχους ή ποιήματα ή λίγες προτάσεις δημιουργώντας την αίσθηση πως κάποιος στο σήμερα, πήρε όλα αυτά τα θραύσματα της γυναικείας ψυχής και τα ένωσε, όπως ο Βερνιέ ένωσε τις πρώτες επιστολές της Μαριάννας.

Tο βιβλίο ‘’Νέες πορτογαλικές επιστολές’’ απαγορεύτηκε άμεσα από τις  αρχές. Η λογοκρισία το έκρινε ως ‘’φθηνό πορνογραφικό ρομάντζο’’, ‘’σκανδαλώδες’’  με μοναδικό σκοπό την διαφθορά της ηθικής των γυναικών. Οι τρεις Μαρίες απειλούνται με ποινή φυλάκισης και ένα κύμα αλληλεγγύης ξεσηκώνεται από τον Δυτικό κόσμο, το 1972, κλυδωνίζοντας  ‘ηδη ένα αποδυναμωμένο καθεστώς. 

Από το 1968, ο  Σαλαζάρ, ο ισχυρός Δικτάτορας της Πορτογαλίας είναι βαριά άρρωστος. Τον έχει διαδεχτεί ο Μαρσέλο Καετάνο αλλά είναι εμφανές πως το καθεστώς πνέει τα λοίσθια εξαιτίας ενός ανελέητου  μακροχρόνιου και αποτυχημένου πόλεμου στις πορτογαλικές αποικίες της Αφρικής. Ο Σαλαζάρ πεθαίνει το 1970 αφήνοντας την Πορτογαλία μετέωρη. Στις 24 Απριλίου του 1974, το ‘’Estado Novo’’ καταρρέει σχεδόν αναίμακτα με μόλις 4 νεκρούς. Το στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την 36χρονη δικτατορία και ο κόσμος, αυθόρμητα, βγαίνει στους δρόμους κρατώντας κόκκινα γαρύφαλλα με τα οποία στόλιζε τις κάννες των όπλων. Ο αέρας μοσχοβόλησε γαρύφαλλο και για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες τα στήθια ανδρών και γυναικών γέμιζαν με τον αέρα της ελευθερίας. Ήταν η ‘’Επανάσταση των Γαρυφάλλων’’.

Οι κατηγορίες για τις τρεις Μαρίες κατέπεσαν άμεσα. Το νέο Σύνταγμα του 1976 αναγνώριζε την ισότητα ανάμεσα στα δυο φύλα ωστόσο  θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι η πορτογαλική κοινωνία να αλλάξει νοοτροπία απέναντι στις γυναίκες. Μόλις το 2007 αναγνωρίστηκε το δικαίωμα στην άμβλωση και διευκολύνθηκε η διαδικασία του διαζυγίου καθότι οι ρίζες του Καθολικισμού και των συντηρητικών ιδεών  παραμένουν βαθιά χωμένες στην πορτογαλική κοινωνία.

Δεν γνωρίζουμε όντως αν η Μαριάννα Αλκοφοράντο έγραψε αυτές τις επιστολές. Ούτε καν γνωρίζουμε αν όντως ερωτεύτηκε το Νοέλ Μπουτόν. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα πως το όνομα της διέτρεξε τους αιώνες και κατάφερε να γίνει εκείνη που ξεκίνησε μια ‘’Νέα αρχή ζωής’’ όχι μόνο για τις γυναίκες της Πορτογαλίας αλλά για όλες τις γυναίκες του κόσμου μέσω του φεμινιστικού έργου των τριών Μαρίων.

Σε αντίθεση με το αποτυχημένο, ανελεύθερο, φασιστικό, αρσενικό ‘’Estado Novo’’ του Αντόνιο ντι Ολιβιέρα Σαλαζάρ , της αυστηρότητας και των διαχωρισμών, εκείνη κατάφερε να ενώσει το λιβάνι με το γαρύφαλλο έτσι που μόνο οι γυναίκες μπορούν να συνταιριάξουν τις αντιφάσεις της ζωής, κυρίως γιατί οι ίδιες έχουν την δυνατότητα και την επιλογή να την δημιουργούν εντός τους.

 

 

Φωτογραφικό υλικό από την  έκθεση Τρεις Μαρίες στο μουσείο Aljube: Αντίστασης και Ελευθερίας 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr