Με αφορμή την έναρξη του Φεστιβάλ των Καννών, η γαλλική κινηματογραφική βιομηχανία έρχεται αντιμέτωπη με έναν υπαρξιακό φόβο, αναφέρει το Politico. Ο φόβος αυτός δεν είναι άλλος από την άνοδο της ακροδεξιάς, και της προεδρίας της Μαρίν Λε Πέν ή του Τζορντάν Μπαρντελά.
Μια πιθανή κυβέρνηση ακροδεξιών θα έβαζε στο στόχαστρο το σύστημα κρατικής χρηματοδότησης και φορολογικών κινήτρων που έχει μετατρέψει την Γαλλία εδώ και δεκαετίες σε ηγέτιδα δύναμη στον χώρο του κινηματογράφου, τόσο σε επίπεδο παραγωγών, αλλά περιεχομένου.
Η Εθνική συσπείρωση της Λε Πεν έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο κατάργησης του Centre National du Cinéma (CNC), υποστηρίζοντας ότι το γαλλικό κράτος σπαταλά δημόσιο χρήμα χρηματοδοτώντας «αριστερές» και «woke» παραγωγές που αποτυγχάνουν εμπορικά.
Στελέχη της κινηματογραφικής βιομηχανίας τονίζουν πως μια τέτοια απόφαση θα πλήξει σοβαρά έναν τομέα με 260.000 εργαζόμενους, ενώ προσέφερε το 2022 προστιθέμενη αξία άνω των 12 δισ. ευρώ στη γαλλική οικονομία.
Ο γνωστός σκηνοθέτης Olivier Assayas χαρακτήρισε τις επιθέσεις κατά του γαλλικού μοντέλου χρηματοδότησης «παράλογες και αυτοκαταστροφικές», τονίζοντας ότι ο γαλλικός κινηματογράφος αποτελεί βασικό εργαλείο διεθνούς επιρροής της χώρας.
«Ο γαλλικός κινηματογράφος κατέχει προνομιακή θέση παγκοσμίως. Η εγκατάλειψή του θα ήταν ιστορικό λάθος», σημείωσε ο δημιουργός, που έχει συνεργαστεί με αστέρες όπως η Kristen Stewart και ο Jude Law.
Το σινεμά ως εργαλείο πολιτικοποίησης: Από την νουβέλ βαγκ εώς και τον Μάη του ’68
Το γαλλικό σινεμά δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας. Από τη γέννησή του έως σήμερα, λειτούργησε ως πολιτισμικό πεδίο μάχης: χώρος αισθητικής πρωτοπορίας και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η σημερινή σύγκρουση ανάμεσα στη γαλλική κινηματογραφική κοινότητα και την ανερχόμενη ακροδεξιά δεν αφορά μόνο τις επιδοτήσεις ή την «woke κουλτούρα». Αγγίζει ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τι είναι «γαλλική κουλτούρα» και ποια τέχνη αξίζει να εκπροσωπεί το έθνος.
Παρατηρώντας το γαλλικό σινεμά στην ιστορική του πορεία, εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως το Γαλλικό νέο κύμα απότελεσε σημείο καμπής τόσο αισθητικά όσο και πολιτικά. Ο Γκοντάρ, η Βαρντά, ο Τριφό και άλλοι των Cahiers du Cinéma, αμφισβήτησαν την κυρίαρχη κινηματογραφική μανιέρα και εισήγαγαν τεχνικές που έμελλαν να αλλάξουν μια για πάντα το σινεμά όπως το γνωρίζαμε.
Η αλλαγή της κινηματογραφικής ροής, η εστίαση στην καθημερινότητα και η πολιτικοποίηση με αισθητικούς και κινηατογραφικούς όρους αποτελούσαν τα δομικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινηματογράφου.
Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη αντίθεση με τη σημερινή ακροδεξιά κριτική: το γαλλικό σινεμά συγκροτήθηκε εξαρχής ως χώρος καλλιτεχνικής αυτονομίας απέναντι στο κράτος, την αγορά και τον εθνικισμό. Παράδοξα όμως, αυτή η αυτονομία προστατεύτηκε ακριβώς μέσω κρατικών μηχανισμών χρηματοδότησης.
Ο Μάης του 1968 αποτέλεσε τομή, καθώς μετέτρεψε το σινεμά σε άμεσο πολιτικό εργαλείο. Ο Γκοντάρ εγκαταλείπει το αφηγηματικό σινεμά για να στραφεί στον μαρξισμό και τον επαναστατικό κινηματογράφο, ενώ το Φεστιβάλ Καννών διακόπτεται από κινηματογραφιστές σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους φοιτητές και τους εργάτες.

Εκείνη την περίοδο, η τέχνη στη Γαλλία αποκτά έντονη ιδεολογική διάσταση. Ο κινηματογράφος αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός αναπαράστασης εξουσίας, μια ιδέα που αναπτύσσουν θεωρητικοί όπως ο Αλτουσέρ και αργότερα ο Φουκώ. Η εικόνα δεν είναι ουδέτερη, αλλά παράγει υποκείμενα, κανονικότητες και κοινωνικές ιεραρχίες.
Αυτή η παράδοση εξηγεί γιατί το σύγχρονο γαλλικό σινεμά παραμένει συχνά στραμμένο σε ζητήματα μετανάστευσης, φύλου, κοινωνικού αποκλεισμού και αποικιοκρατικής μνήμης. Δεν πρόκειται για «μόδα woke», όπως υποστηρίζει η ακροδεξιά, αλλά για συνέχεια μιας μακράς πολιτικοποιημένης παράδοσης.
Από το 1980 και πέρα, η Γαλλία διαμορφώνει την ιδέα της «πολιτισμικής εξαίρεσης»: Την ιδέα ότι τα πολιτιστικά προϊόντα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλά εμπορεύματα.
Αυτή η αντίληψη, που ενισχύθηκε ιδιαίτερα επί Μιτεράν, οδήγησε στην ενίσχυση του Centre National du Cinéma (CNC), το οποίο χρηματοδοτεί παραγωγές μέσω φόρων σε τηλεόραση, κινηματογράφους και έπειτα streaming πλατφόρμες.
Θεωρητικά, αυτό το μοντέλο συνομιλεί με τον Μπουρντιέ και την έννοια του «πολιτισμικού κεφαλαίου». Η τέχνη δεν είναι ποτέ ουδέτερη: αντανακλά σχέσεις ισχύος και κοινωνικής διάκρισης. Το κράτος, επομένως, παρεμβαίνει ώστε να διατηρήσει χώρους πολιτιστικής παραγωγής έξω από τη λογική της αγοράς.
Ιστορική η σύγκρουση ακροδεξιάς και τέχνης
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο γαλλικό σινεμά και την ακροδεξιά δεν είναι συγκυριακή. Είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδρομής όπου ο κινηματογράφος στη Γαλλία έγινε φορέας πολιτικής, φιλοσοφίας και εθνικής αυτοεικόνας.
Από τον υπαρξιακό ρεαλισμό του Μπαζέν και την επαναστατική γλώσσα του Γκοντάρ μέχρι τις σημερινές διαμάχες για το «woke» και τις κρατικές επιδοτήσεις, το γαλλικό σινεμά συνεχίζει να λειτουργεί ως καθρέφτης των ιδεολογικών συγκρούσεων της χώρας.
Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το μεγαλύτερο διακύβευμα: όχι απλώς αν η Γαλλία θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί ταινίες, αλλά αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την τέχνη ως δημόσιο αγαθό και όχι αποκλειστικά ως εμπόρευμα ή εργαλείο εθνικής ταυτότητας.
Διαβάστε επίσης:
Drone -Λευκάδα: Ο Δένδιας το «είδε» σε διεθνή ύδατα – Η επιλογή λέξεων που άναψε φωτιές
Καλλιθέα: Πυροβόλησαν γυναίκα με αυτόματο πυροβόλο έξω από μπάρ – Συνελήφθη ο δράστης
Αήθης επίθεση Καιρίδη στην Νάντια Γιαννακοπούλου: «Θα κατεβάζετε το βλέμμα και θα ζητάτε συγγνώμη»
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια