Η αστική γεωγραφία του κέντρου της Αθήνας αλλάζει. Στους δρόμους όπου οργανώθηκαν γύρω από το εμπόριο ιστορικές στοές, μικρά καταστήματα και πολυκαταστήματα αλλάζουν χρήση ή κατεβάζουν ρολά.
Όπως τα ζώα διαθέτουν τον δικό τους βιόκοσμο –ένα πλέγμα από διαδρομές, καταφύγια και σημεία αναφοράς– έτσι και οι άνθρωποι κατοικούν την πόλη μέσα από τα μέρη όπου εργάζονται, ψωνίζουν, συναντιούνται και αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον.
Στην Αθήνα αυτός ο ανθρώπινος βιόκοσμος μοιάζει να στενεύει. Μαζί με τα μαγαζιά υποχωρούν οι σχέσεις, οι τυχαίες συναντήσεις και οι μνήμες που γεννήθηκαν γύρω τους.
Στη συμβολή των οδών Σταδίου και Αιόλου, ένα ορόσημο της εμπορικής ιστορίας της Αθήνας κατέβασε ρολά στις 31 Αυγούστου, ύστερα από 25 χρόνια λειτουργίας ως Notos, κλείνοντας έναν κύκλο εμπορικής παρουσίας 113 χρόνων, που άρχισε το 1913 με τους Αδελφούς Λαμπρόπουλους.
Το λουκέτο πλήττει εκατοντάδες εργαζομένους κι αφήνει ένα εμβληματικό ακίνητο σε αναζήτηση νέας χρήσης, σηματοδοτώντας τη συρρίκνωση του παραδοσιακού εμπορίου απέναντι στον τουρισμό και στην κτηματαγορά.
Παλιά γραφεία, εγκαταλελειμμένα ακίνητα και εμπορικά μέγαρα μετατρέπονται σε ξενοδοχεία, χώρους εστίασης ή συγκροτήματα μεικτών χρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Στοά Αρσακείου, συνδεδεμένη στη συλλογική μνήμη με τα βιβλιοπωλεία και τη Στοά του Βιβλίου.
Με συνολική επένδυση 40 εκατ. ευρώ, η Legendary Food ανέλαβε για 35 χρόνια την ανάπλαση και αξιοποίηση περίπου 13.000 από τα συνολικά 25.000 τετραγωνικά μέτρα του Μεγάρου.
Η νέα Στοά συνδυάζει γαστρονομία, ελληνικά προϊόντα, design, εκπαίδευση και πολιτισμό.
Η επανάχρηση μπορεί να διασώσει ένα κτίριο, δεν απαντά όμως στο ερώτημα σε ποιο κοινό απευθύνεται. Το αρχιτεκτονικό κέλυφος διατηρείται, αλλά οι χρήσεις, οι εργαζόμενοι και το κοινό αλλάζουν.
Πρόκειται για αναπόφευκτη προσαρμογή ή για μια αστική ήττα που παραδίδει το κέντρο στον προσωρινό επισκέπτη;
Από τις πιάτσες στα πολυκαταστήματα
Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα ανατρέξαμε στην ιστορική διαδρομή που μετέτρεψε το κέντρο σε εμπορική καρδιά της Αθήνας. Ο Νίκος Ποταμιάνος, ιστορικός και ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ, εντοπίζει τις απαρχές της στην οθωμανική Αθήνα, μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, που εκτεινόταν κυρίως στην Πλάκα και στου Ψυρρή.
«Το εμπόριο δεν ασκούνταν κυρίως σε μαγαζιά διάσπαρτα στον ιστό της πόλης, αλλά ήταν συγκεντρωμένο σε αγορές και πιάτσες» εξηγεί. Η συγκέντρωση επέτρεπε στις αρχές και τις συντεχνίες να ελέγχουν τις τιμές και την ποιότητα.
Μετά την ανεξαρτησία η κλίμακα αλλάζει. «Όταν η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα και αρχίζει να επεκτείνεται ραγδαία, διαμορφώνεται καταρχάς το εμπορικό τρίγωνο, το εθνικό εμπορικό κέντρο» αφηγείται.
Το μοντέλο των αγορών επιβιώνει: «Εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Βαρβάκειος υπήρχε αρχικά μια ξύλινη αγορά, η οποία στη συνέχεια κάηκε και κατόπιν χτίστηκε η Βαρβάκειος στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα».
Καθώς η πόλη απλωνόταν, το εμπόριο ακολουθούσε. Μανάβικα, μπακάλικα, φούρνοι και γαλακτοπωλεία διασκορπίστηκαν στις συνοικίες, μετατρέποντας το μαγαζί της γωνίας σε σταθερό σημείο της καθημερινότητας.
Η νέα εμπορική Αθήνα αποτυπώθηκε και στα κτίριά της. «Το 1860 γίνεται λόγος για “μαγαζομανία”, όταν στη Σταδίου αρχίζουν να χτίζονται κτίρια των οποίων τα ισόγεια προορίζονται εξαρχής για καταστήματα» λέει ο Ν. Ποταμιάνος.
Γύρω από το παλιό παζάρι παρέμεναν τα αμπατζήδικα και τα τσαρουχάδικα, ενώ στη Σταδίου και την Πανεπιστημίου αναπτύσσονταν καταστήματα ευρωπαϊκών ενδυμάτων και νεωτερισμών.
«Τον 20ό αιώνα στη Σταδίου πωλούνταν τα καλύτερης ποιότητας και ακριβότερα παπούτσια, ενώ στην Αιόλου βρίσκονταν τα πιο φτηνά» σημειώνει.
Η λογική της πιάτσας παρέμενε καθοριστική καθώς τα ωρολογοποιεία και τα κοσμηματοπωλεία συγκεντρώνονταν στην Περικλέους, ενώ τα συνοικιακά μαγαζιά κάλυπταν τις καθημερινές ανάγκες. Στην Ευαγγελιστρίας λειτουργούσε σειρά επιπλοποιείων που κατασκεύαζαν έπιπλα κατά παραγγελία.
Σταδιακά οι οχλούσες δραστηριότητες απομακρύνθηκαν, η παραγωγή κατά παραγγελία υποχώρησε και το λιανεμπόριο απέκτησε για πρώτη φορά μαζική κλίμακα, ανοίγοντας τον δρόμο για μεγάλα πολυκαταστήματα όπως το Μινιόν, ο Δραγώνας και οι Αδελφοί Λαμπρόπουλοι, που αναπτύχθηκαν στα μεταπολεμικά χρόνια.
Ένας «πέμπτος πολιτισμικός χώρος»
Ο Δημήτρης Μ. Μόσχος, ιστορικός και διδάκτορας Κοινωνικής Πολιτικής, με ερευνητικό πεδίο την ιστορία της αρχιτεκτονικής, παρατηρεί ότι το Μινιόν και ο Κατράντζος εξελίχθηκαν από περίπτερα και μικρά καταστήματα του μεσοπολέμου.
«Ήταν από τις πρώτες επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας του μεταπρατικού εμπορίου στην Ελλάδα» αναφέρει. Οι επιχειρήσεις αυτές διέθεταν οργανωμένα δίκτυα μεταφοράς και κτίρια ειδικά διαμορφωμένα για τις ανάγκες του μαζικού λιανεμπορίου.
Η λειτουργία τους ωστόσο δεν ήταν μόνο οικονομική. «Τα πολυκαταστήματα ήταν ένας “πέμπτος πολιτισμικός χώρος” μέσα στην πόλη» εξηγεί.
Η βόλτα στην αγορά, που προηγουμένως συνδυαζόταν με συναντήσεις και προσωπικές σχέσεις αγοραστή και πωλητή, εσωκλείστηκε σε ένα κτίριο και οργανώθηκε γύρω από τη μαζική κατανάλωση.
«Η κατανάλωση γίνεται διακριτή πολιτιστική “εμπειρία”, η οποία μπορεί να οργανωθεί, να βελτιστοποιηθεί και κυρίως να γίνει τόσο μαζική που να είναι ανώνυμη» υπογραμμίζει.
Ο Δ. Μόσχος δεν εξιδανικεύει αυτή την εξέλιξη, επισημαίνει όμως μια αντίφαση που συχνά παραβλέπεται. Τα πολυκαταστήματα έφεραν φτηνότερα, μαζικά παραγόμενα προϊόντα κι έκαναν προσιτά σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα αγαθά που έως τότε αποτελούσαν προνόμιο των οικονομικά ισχυρότερων.
Η ποικιλία, οι εκπτώσεις και οι σταθερές τιμές μετέτρεψαν παράλληλα την κατανάλωση σε μορφή διασκέδασης και κοινωνικοποίησης.
«Υπό μια παράδοξη έννοια, λοιπόν, τα πολυκαταστήματα αυτά κλείνουν όχι γιατί ξεπεράστηκαν, αλλά γιατί έγιναν κυρίαρχα» παρατηρεί.
Το μοντέλο που καθιέρωσαν δεν εξαφανίστηκε μαζί τους· αντίθετα, επικράτησε σε τέτοιον βαθμό, ώστε διαχύθηκε σε ολόκληρη την αγορά, από τις εμπορικές αλυσίδες και τα εμπορικά κέντρα έως τις μεγάλες διεθνείς εταιρείες.
Το κέντρο αποδίδεται στους επισκέπτες
Ο Κώστας Βουρεκάς, αρχιτέκτονας – πολεοδόμος και πρόεδρος του τμήματος Αττικής του ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, συνδέει τη μεταβολή με δύο εξελίξεις:
«Η Αθήνα έχει γίνει αυτοτελής τουριστικός προορισμός» και, παράλληλα, «προορισμός διεθνών επενδύσεων στην κτηματαγορά».
Το κέντρο, εξηγεί, δεν ήταν ούτε ένα πλήρως αναπτυγμένο επιχειρηματικό κέντρο, όπως εκείνα του Λονδίνου και του Παρισιού, ούτε γκετοποιημένο.
«Ήταν πάντοτε πολύ πολυσυλλεκτικό». Αυτή ακριβώς η πολυσυλλεκτικότητα υποχωρεί:
«Φαίνεται ότι απομακρύνονται οι κάτοικοι και ότι το κέντρο αποδίδεται, ας πούμε, στους τουρίστες και τους επισκέπτες».
Η αλλαγή περνά από τις χρήσεις γης: «Οι χρήσεις που απευθύνονται στον κάτοικο τείνουν να κλείνουν και να αντικαθίστανται από χρήσεις που απευθύνονται στους τουρίστες, οι οποίες είναι οικονομικά πιο αποδοτικές».
Οι επενδύσεις, κατά τον Κ. Βουρεκά, σπάνια αφορούν κάποιον που αγοράζει και ανακαινίζει μια κατοικία για να μείνει στο κέντρο. Τα ακίνητα προορίζονται κυρίως για Airbnb και ξενοδοχεία ή αγοράζονται ως περιουσιακά στοιχεία, μένοντας κενά μεγάλο μέρος του χρόνου.
Έτσι περιορίζεται το απόθεμα κατοικίας, αυξάνονται οι τιμές και εκτοπίζονται πληθυσμοί. «Γενικά, αυτού του τύπου οι επενδύσεις έχουν αρνητική επίπτωση από την οπτική γωνία όσων θέλουν να κατοικήσουν ή να παραμείνουν στο κέντρο και δεν ανήκουν σε υψηλά εισοδηματικά στρώματα» τονίζει.
Ο Κ. Βουρεκάς επιμένει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια αυθόρμητη κίνηση της αγοράς. Αναφέρεται στην Golden Visa, την προσέλκυση επενδύσεων στην κτηματαγορά και στο χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο.
«Η απουσία πολιτικής είναι, με τη σειρά της, μια πολιτική» σημειώνει, υπενθυμίζοντας ότι η προστασία των μισθωτών, κατοίκων και επαγγελματιών περιορίζεται ουσιαστικά στα τρία χρόνια του πρώτου συμβολαίου.
«Στην Ελλάδα παραδοσιακά ο έλεγχος των χρήσεων γης είναι πολύ χαλαρός σε σχέση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ή δεδομένα. Επίσης, είναι ανεξέλεγκτη η αγορά των ενοικιάσεων» τονίζει.
Η συνέπεια δεν αφορά μόνο εκείνους που αναζητούν σπίτι. Αφορά και τον επαγγελματία που δεν μπορεί να στηρίξει μια μακροχρόνια δραστηριότητα χωρίς στοιχειώδη ασφάλεια μίσθωσης.
Εάν δεν αλλάξει κάτι, η κατεύθυνση είναι σαφής: «Θα μεταβαίνει προς την πλήρη τουριστικοποίηση. Δηλαδή θα παραδοθεί πλήρως στους τουρίστες και τους επισκέπτες και θα γίνει απρόσιτο στους κατοίκους».
Μετανάστες «αιώνια προσωρινοί»
Η ταυτότητα ενός τόπου δεν διασώζεται μόνο με τη διατήρηση της πρόσοψης ή των αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών ενός κτιρίου, αλλά συγκροτείται επίσης από τις λειτουργίες που φιλοξενεί, τους ανθρώπους που το χρησιμοποιούν και τις συλλογικές μνήμες που γεννιούνται γύρω του.
Ο Δ. Μόσχος αναγνωρίζει ότι οι χώροι και τα κτίρια αναπόφευκτα αλλάζουν χρήσεις, προσθέτει όμως ότι «η ταυτότητα του χώρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις χρήσεις του και τις μνήμες όσων τον πλαισίωσαν».
Το πρόβλημα, υποστηρίζει, βρίσκεται στην ταχύτητα και την ένταση με τις οποίες συντελούνται σήμερα αυτές οι αλλαγές: «Οι οικονομικές πιέσεις της χρηματοπιστωτικής και μεσιτικής αγοράς είναι τόσο μεγάλες και ταχείες, που οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν να ζήσουν τις πόλεις τους».
Η προσωρινότητα δεν αφορά μόνο τον τουρίστα. «Η Αθήνα είναι μια προσωρινή πόλη» λέει ο Δ. Μόσχος. Προσωρινοί είναι και οι ντόπιοι, καθώς η εργασία και οι μισθώσεις τους παραμένουν ασταθείς.
Οι μετανάστες, χωρίς πολιτικές ενσωμάτωσης και ουσιαστική αλληλεπίδραση με την τοπική κοινωνία, γίνονται «αιώνια προσωρινοί».
Οι άστεγοι μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή και από θεσμό σε θεσμό, ενώ οι πολίτες με αναπηρία αποκλείονται από έναν αστικό χώρο που παραμένει σε μεγάλο βαθμό απροσπέλαστος.
Την ίδια στιγμή όλοι χάνουν χρόνο σε μια γιγαντωμένη πόλη, με ανεπαρκείς συγκοινωνίες και άναρχη κατανομή βασικών υπηρεσιών.
Αυτή ακριβώς η συνθήκη οδηγεί, κατά τον Δ. Μόσχο, σε μια πόλη κατακερματισμένη σε «πολλές μικρές ακρωτηριασμένες πόλεις μέσα στο λεκανοπέδιο».
Οι τουρίστες κινούνται σε συγκεκριμένα τετράγωνα, οι μετανάστες περιορίζονται σε άλλα, ενώ ξενοδόχοι, μικροϊδιοκτήτες, μαγαζάτορες, πολιτιστικά ιδρύματα και εύποροι επενδυτές συγκροτούν ξεχωριστές νησίδες, με την ελάχιστη δυνατή μεταξύ τους επαφή.
«Η Αθήνα σήμερα έχει καταλήξει, νομίζω, σε κάτι ακόμη χειρότερο. Είναι η πόλη του κανενός» λέει.
«Από την πόλη δεν αποκλείονται μόνο οι ντόπιοι ή οι ευάλωτοι μετανάστες» λέει «αλλά και «η ίδια η έννοια της κατοίκησης, της κοινότητας, της απόλαυσης της πόλης συνολικά ως τόπου κοινωνικής και περιβαλλοντικής ζωής» – μιας πόλης, δηλαδή, που δεν είναι απλώς χώρος κατανάλωσης και επένδυσης, αλλά κοινός τόπος ζωής, συνύπαρξης, πρασίνου και δημόσιου χώρου.
Ο Κ. Βουρεκάς βλέπει μια πιθανή διέξοδο στον αυστηρότερο έλεγχο των χρήσεων γης, στην ενίσχυση της προστασίας των ενοικιαστών και την ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, ενώ ο Δ. Μόσχος προτείνει τη χαρτογράφηση και τον περιορισμό των τουριστικών καταλυμάτων, την επιβολή πλαφόν στις αυξήσεις της αξίας της γης και τις απαλλοτριώσεις για τη δημιουργία πάρκων και εγκαταστάσεων κοινής ωφελείας.
Το λουκέτο του Notos Galleries μπορεί να μη συνιστά από μόνο του μια αστική ήττα, συμπυκνώνει όμως τους όρους της και την καθιστά ορατή, καθώς το ιστορικό κέλυφος παραμένει, ενώ η εμπορική λειτουργία, οι εργαζόμενοι και το κοινό που του έδιναν ζωή αποχωρούν.
Ο βερεσές και το μικρό κατάστημα
Ο ιστορικός και ερευνητής Νίκος Ποταμιάνος (φωτογραφία) εξηγεί ότι καφενεία, κουρεία και παντοπωλεία φιλοξενούσαν ανακοινώσεις σωματείων και πολιτικές συναντήσεις, ενώ λειτουργούσαν ως τόποι ανταμώματος για τους εσωτερικούς μετανάστες.
Καθοριστικός ήταν και ο βερεσές. Σε μια εποχή ακανόνιστων ημερομισθίων, ανεργίας, περιορισμένης κοινωνικής ασφάλισης και ανύπαρκτων συντάξεων, η πίστωση επέτρεπε στα νοικοκυριά να προμηθεύονται αγαθά και να εξοφλούν αργότερα.
Για να γνωρίζει ποιος ήταν αξιόχρεος, ο μαγαζάτορας παρακολουθούσε τις σχέσεις και τις πληροφορίες της γειτονιάς. Έτσι, το καθημερινό κουτσομπολιό αποκτούσε οικονομική λειτουργία.
Στην Αθήνα που μεγάλωνε, τα μαγαζιά αναπαρήγαν αυτή την οικειότητα, καθώς οι καταστηματάρχες γνώριζαν πρόσωπα, διευθύνσεις και γεγονότα, αποτελώντας συχνά πηγή πληροφοριών ακόμη και για την αστυνομία.
Πηγή: Documento
Διαβάστε επίσης:
Τέλος εποχής για το Notos στην Αιόλου και Σταδίου που υπήρξε το παλαιότερο πολυκατάστημα στην Ελλάδα
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια