Από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο: ένα… καλοκαίρι δρόμος!

Η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και οι αλλαγές που σηματοδοτούνται για παιδιά και γονείς με αφορμή την έναρξη της σχολικής χρονιάς. 

Χαρά Σωτηροπούλου 11/09/2019 | 09:00

«Ήρθε η ώρα να ξεκινήσεις το Γυμνάσιο… Τέλος πια το Δημοτικό, τα μικρούλια… Ήρθε η ώρα να μπεις στον κόσμο των μεγαλύτερων παιδιών…». Πώς νιώθεις ακούγοντας τα; Θυμάσαι πώς ήταν για σένα όταν ξεκινούσες το Γυμνάσιο; Πώς ένιωθες; Τι σκεφτόσουν; Πώς ήταν τον πρώτο καιρό;

Συνήθως όλα αυτά τα ξεχνάμε μεγαλώνοντας και ακόμα κι όταν τα παιδιά μας ή οι μαθητές μας περνάνε ανάλογες φάσεις δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να τα σκεφτούμε.

Οι μεταβάσεις είναι πολύ σημαντικές διαδικασίες και πολλές φορές κουβαλούν και αμφιθυμικά συναισθήματα: από τη μία χαίρεσαι που έχεις φτάσει εκεί, από την άλλη (την ίδια στιγμή) μπορεί να αγχώνεσαι ή να φοβάσαι. Δηλώνουν την αλλαγή φάσης και χρειάζονται χρόνο και σεβασμό στο ρυθμό του καθενός.

Μια τέτοια μετάβαση είναι και η αλλαγή σχολικής βαθμίδας και συγκεκριμένα το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο. Αυτή η αλλαγή φέρνει αναταραχές τόσο στα παιδιά όσο και στους γονείς, για διαφορετικούς λόγους στον καθένα.

Πρώτα απ´ όλα, για τους μαθητές οι αλλαγές είναι πολλές και αφορούν πολλαπλά επίπεδα:

Το Γυμνάσιο λειτουργεί πολύ διαφορετικά από το Δημοτικό

-Οι καθηγητές αλλάζουν συχνά· καθένας διδάσκει τα μαθήματα της ειδικότητάς του κι έτσι σε κάθε τάξη μέσα στην ημέρα εναλλάσσονται αρκετοί εκπαιδευτικοί. Αυτή είναι μια μεγάλη αλλαγή για τα παιδιά που έχουν μάθει να κάνουν όλα τα μαθήματα με ένα δάσκαλο (όπως, δηλαδή, γίνεται στο Δημοτικό) και να συνδέονται με εκείνον. Μαζί του έχουν αναπτύξει μια σχέση που (στην καλύτερη περίπτωση, φυσικά) τους προσφέρει ασφάλεια. Στο Γυμνάσιο, όμως, αυτό αλλάζει και πολλά παιδιά νιώθουν μεγάλη αγωνία για το πώς θα διαχειριστούν αυτή τη νέα συνθήκη. Επιπλέον, αυτή η συνθήκη δημιουργεί και ένα πιο απρόσωπο κλίμα, ενώ χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο για να γνωριστούν και να δημιουργήσουν σχέση μαθητές και εκπαιδευτικοί. Κι όλα αυτά, φυσικά, ενώ το ωρολόγιο πρόγραμμα πιέζει και η ύλη χρειάζεται να καλυφθεί.

-Στο Γυμνάσιο οι εκπαιδευτικοί και το σχολικό σύστημα ζητά από τους μαθητές άλλα πράγματα και δεξιότητες σε σχέση με το Δημοτικό και οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές. Αυτό, συχνά, στα μάτια των μαθητών φαντάζει πολύ μεγάλο και εγείρει άγχος. Πόσες φορές, εξάλλου, δεν έχετε ακούσει μαθητές της Στ´ Δημοτικού να συζητούν και να σχολιάζουν πόσο δύσκολα είναι τα μαθήματα του Γυμνασίου, ότι έχουν ακούσει πως είναι πολύ αυστηροί οι καθηγητές κ.λπ. Έχουν και τα παιδιά σχηματίσει τις δικές τους κατασκευές για το τι σημαίνει Γυμνάσιο και έχουν διαμορφώσει κάποιες προσδοκίες που σίγουρα επηρεάζουν τον τρόπο που θα βιώσουν όσα λαμβάνουν χώρα στο νέο τους σχολείο.

-Το σύστημα βαθμολόγησης είναι διαφορετικό από αυτό του Γυμνασίου. Έτσι, οι μαθητές τον πρώτο καιρό δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν πώς λειτουργεί και τι σημαίνει το «πήρα 15 στα μαθηματικά».

-Οι κανόνες του σχολείου (γραπτοί και άγραφοι) είναι διαφορετικοί από του Δημοτικού και χρειάζεται να τους γνωρίσουν και να μάθουν να λειτουργούν σύμφωνα με αυτούς. Δεν είναι τυχαίο πως η πρώτη τάξη του Γυμνασίου πολλές φορές χρειάζεται να ολοκληρωθεί και τα παιδιά να περάσουν στη Β´ Γυμνασίου για να πούμε ότι έχουν συνειδητοποιήσει τις νέες συνθήκες, έχουν συνηθίσει και έχουν προσαρμοστεί σε αυτές.

Αλλαγές στο κοινωνικό και το συναισθηματικό επίπεδο.

Πέρα από τον κόσμο των «μεγάλων» και των υποχρεώσεων που αλλάζουν, αλλάζει και αυτός των συνομηλίκων. Νέοι συμμαθητές εμφανίζονται, φίλοι χωρίζονται κι έτσι χρειάζεται το παιδί να βρει τα πατήματά του και σε αυτή τη συνθήκη.

Επίσης, οι μαθητές της Α´ Γυμνασίου έχουν μια μεγάλη διαφορά με αυτούς της Στ´ Δημοτικού: οι πρώτοι είναι οι «μικροί» ενώ οι δεύτεροι οι «μεγάλοι». Τα παιδιά έχοντας ζήσει το Δημοτικό έχουν προοδευτικά μεγαλώσει και έχουν βρεθεί να έχουν το ρόλο του μεγάλου και του ισχυρού στο σχολείο. Ενώ, λοιπόν, νιώθουν έτσι πηγαίνουν σε ένα νέο πλαίσιο όπου το ρόλο αυτό τον έχουν άλλοι και οι ίδιοι μπαίνουν εκ νέου στο ρόλο του μικρού. Είναι κι αυτή μια σημαντική αλλαγή και φέρνει αναστάτωση πολλές φορές. Κάποια παιδιά (λιγότερο ή περισσότερο) μπορεί να αγχώνονται για το πώς θα τα βγάλουν πέρα με τα μεγαλύτερα, να φοβούνται αν θα τα πειράζουν, πώς θα τους συμπεριφερθούν… Και φυσικά το μεγάλο θέμα είναι το αν και πώς θα γίνουν αποδεκτά στο καινούργιο περιβάλλον και στη νέα ομάδα· ένα άγχος πολύ οικείο κυρίως για την εφηβική φάση. Στοιχείο που μας οδηγεί στο να δούμε και την αναπτυξιακή φάση των παιδιών.

Η …πολυσυζητημένη εφηβεία

Στην Α´ Γυμνασίου τα παιδιά είναι περίπου 12 ετών, που σημαίνει ότι αναπτυξιακά βρίσκονται στο πρώτο από τα τρία στάδια της εφηβείας (διαρκεί από τα 11-14 περίπου· προφανώς, τα ηλικιακά όρια δεν είναι απόλυτα αλλά εξαρτώνται από τον κάθε άνθρωπο). Είναι η φάση που τα παιδιά αρχίζουν να βιώνουν τις πρώτες αλλαγές που φέρνει η εφηβεία. Συνήθως, είναι η φάση που, όπως παρατηρούν και οι γονείς, αρχίζουν να επιζητούν περισσότερη αυτονομία, δεν θέλουν πολλά πολλά μαζί τους, είναι περισσότερο ευερέθιστα, τα ενδιαφέροντά τους αρχίζουν να αλλάζουν, ξεκινούν σιγά σιγά να ενδιαφέρονται για το άλλο φύλο (αν και σε μεγάλο βαθμό οι παρέες τους είναι ακόμα του ίδιου φύλου) κ.λπ. Είναι, λοιπόν, μια φάση αλλαγών που συμπίπτει και με αλλαγές στο σχολικό περιβάλλον (ίσως όχι τυχαία· είναι σαν να σηματοδοτείται μια αλλαγή σε όλα τα επίπεδα). Είναι η φάση που τα παιδιά θα αρχίσουν να στρέφονται σταδιακά από την οικογένεια στο κοινωνικό τους περιβάλλον· θα αρχίσουν για αυτά να γίνονται σημαντικοί οι φίλοι και θα τους είναι πολύ σημαντική η αποδοχή και η αναγνώρισή τους. Έχει ξεκινήσει η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή (με ό,τι συμπεριλαμβάνει καθεμιά τους).

Οι αλλαγές που αφορούν τους γονείς

Είναι πολύ συνηθισμένο οι γονείς να εκφράζουν (ή έστω να προβληματίζονται) τις αγωνίες τους «τώρα που το παιδί θα μπει στο Γυμνάσιο». Αυτές καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος θεμάτων: «πώς θα τα πάει στα μαθήματα; θα διαβάζει; θα δυσκολευτεί; μήπως πρέπει να κοιτάξω για φροντιστήρια; πώς να το βοηθήσω; οι καθηγητές θα είναι καλοί, θα ενδιαφερθούν, θα κάνουν καλά τη δουλειά τους; θα βρει νέους φίλους; θα κρατήσει τους παλιούς; μην μπλέξει… έχω ακούσει τι γίνεται στα σχολεία… είναι και τα μεγαλύτερα παιδιά… καπνίζουν… και τι θα γίνει και μ´ αυτό το play-station, όλη μέρα με αυτό, θα διαβάζει; πώς θα του το κόψω/περιορίσω;».

Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις αγωνίες που ξεκινούν να έχουν οι γονείς και οι οποίες βέβαια εμπλουτίζονται και εξαρτώνται και από τις μέχρι πρότινος εμπειρίες τους με το παιδί τους στο σχολείο, με τις δικές τους εμπειρίες ως μαθητές και έφηβοι, αλλά και με όσα ακούν ή βλέπουν στο περιβάλλον τους (κοντινό ή κοινωνικό).

Έχουν προσδοκίες για τα παιδιά τους, επιθυμίες και όνειρα που συχνά περνούν μέσα από το δρόμο των ανώτερων σπουδών και, σίγουρα, της απόκτησης εφοδίων. Ακόμα, ξυπνούν αγωνίες καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν και συνειδητοποιούν πως ο τρόπος που μπορούν να τα επηρεάσουν είναι διαφορετικός πια ή ότι δεν μπορούν να τα «ελέγξουν». Ουσιαστικά χρειάζεται και οι γονείς να μετακινηθούν από το ρόλο του «γονιού μικρού παιδιού» σε αυτόν του «γονιού έφηβου γιου ή έφηβης κόρης» που περιλαμβάνει διαφορετικές απαιτήσεις και δεξιότητες. Και οι γονείς, λοιπόν, βρίσκονται σε μια μεταβατική φάση, η οποία συχνά συμπίπτει και με άλλες δικές τους αναπτυξιακές φάσεις και ανάγκες.

Επίσης, αλλάζει και η δική τους σχέση με το σχολείο και τους δασκάλους. Τώρα πλέον οι εκπαιδευτικοί με τους οποίους χρειάζεται να έρθουν σε επαφή είναι περισσότεροι, δεν είναι πάντα διαθέσιμοι και συχνά κάνουν αρκετό καιρό για να γνωρίσουν τους μαθητές ώστε να έχουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Έτσι, οι γονείς συχνά ανησυχούν πως οι καθηγητές είναι αδιάφοροι και δεν γνωρίζουν το παιδί τους. Νιώθουν ότι είναι περισσότερο απρόσιτοι και ξυπνά μέσα τους η αγωνία για το πώς θα λειτουργήσει το παιδί σε αυτές τις νέες συνθήκες, αν θα μάθει και αν θα πάρει την προσοχή που του χρειάζεται. Δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι φορές που κάποιοι γονείς αγχώνονται σκεπτόμενοι ότι πλέον τα πράγματα αρχίζουν να σοβαρεύουν και στο βάθος αρχίζουν να φαίνονται οι πανελλαδικές εξετάσεις…

Και τι μπορεί να κάνει κανείς;

Πρώτα απ´ όλα, οι γονείς χρειάζεται να δείξουν ψυχραιμία και να έχουν στο νου τους ότι είναι απαραίτητο να κρατήσουν ανοιχτές τις πόρτες επικοινωνίας με το παιδί τους. Ακόμα, κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, να έχουν στο νου τους πως πολλές φορές όταν τα συναισθήματά τους είναι πολύ έντονα είναι πολύ πιθανό να μην έχουν να κάνουν με τα παιδιά τους και αυτό που εκείνα βιώνουν, αλλά με ζητήματα που αφορούν τους ίδιους τους γονείς και χρειάζεται να τα διερευνήσουν. Αν π.χ. νιώθουν μεγάλη αγωνία καλό θα ήταν να αναρωτηθούν: πώς και έχω τόση αγωνία; τι ακριβώς περιμένω; πόσο έχει να κάνει με το παιδί μου; τι δικό μου σχετίζεται με την αγωνία αυτή (π.χ. προηγούμενες δικές μου εμπειρίες από την αντίστοιχη περίοδο, προσδοκίες που έχω σχηματίσει: λόγου χάρη,  ένας καλός γονιός φαίνεται όταν το παιδί του είναι πειθαρχημένο και τα πηγαίνει καλά στο σχολείο, δεν αντιμιλάει κ.λπ.). Χρειάζεται ακόμα να δείξει κατανόηση και ενσυναίσθηση. Το να μπει στη θέση του παιδιού του (ή του καθηγητή όταν δυσκολεύεται μαζί του) είναι πολύ χρήσιμο. Να φανταστεί πώς θα ένιωθε ο ίδιος σε αυτή τη συνθήκη και να θυμηθεί πώς ήταν για τον ίδιο όταν βίωνε τα αντίστοιχα.

Ακόμα, χρειάζεται να δώσει χώρο στο παιδί και να μην τρέξει να του δώσει λύσεις ή συμβουλές όταν κάτι του συμβαίνει. Αυτό που θα του είναι χρήσιμο είναι να το ακούσει με ενσυναίσθηση, να το καταλάβει και να το νιώσει και από εκεί πέρα να του επιτρέψει να αναλάβει τις ευθύνες και να βρει τον τρόπο του να κάνει τα πράγματα που τον αφορούν. Μόνο αν του δώσει αυτή τη δυνατότητα θα μάθει το παιδί να αναλαμβάνει τις ευθύνες του και να προχωρά αυτόνομο.

Βέβαια, αυτό θα το κάνει με το να αφήνει μεν χώρο στην αυτενέργεια του παιδιού αλλά και με το να του δείχνει πως είναι εκεί όποια στιγμή εκείνο χρειαστεί τη βοήθειά του (αξιολογώντας, ωστόσο, τι σημαίνει βοήθεια, πότε αυτή όντως είναι χρήσιμη κ.λπ.). Φυσικά, ταυτόχρονα είναι αναγκαίο να έχει ανοιχτές τις κεραίες του για οτιδήποτε ανησυχητικό, χωρίς ωστόσο να λειτουργεί παρορμητικά. Χρειάζεται να δείχνει ψυχραιμία και να φιλτράρει τις αντιδράσεις του, ενώ παράλληλα θα δείχνει έμπρακτα ότι θέλει και μπορεί να σταθεί δίπλα στο παιδί μόλις τον χρειαστεί.

Είναι παράλληλα σημαντικό ο έφηβος να έχει ανθρώπους ενηλίκους που εμπιστεύεται και στους οποίους μπορεί να απευθυνθεί αν το χρειάζεται. Στη φάση της εφηβείας αυτοί μπορεί να μην είναι οι γονείς, αλλά άλλοι ενήλικοι (π.χ. δάσκαλοι, θείοι). Οι γονείς δεν χρειάζεται να νιώθουν άσχημα για αυτό ή να φοβούνται ότι οι ίδιοι δεν είναι πια σημαντικοί για το παιδί τους ή ότι τους απορρίπτει ή ότι δεν τους εμπιστεύεται… Χρειάζεται να απαγγιστρωθεί από αυτούς για να βρει έναν άλλο τρόπο να λειτουργεί, με περισσότερη αυτονομία. Το να έχει συνδέσεις με ανθρώπους εμπιστοσύνης που τον νοιάζονται και στους οποίους νιώθει άνετα να μιλήσει μπορεί να είναι πολύ βοηθητικό. Οι γονείς μπορούν από την πλευρά τους να ενθαρρύνουν τέτοιες σχέσεις αν υπάρχουν ή να βοηθούν να δημιουργηθούν. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, κι όσα έχουμε μάθει από παλαιότερες εποχές όταν ένα παιδί το μεγάλωνε ένα χωριό. Τότε κι άλλοι ενήλικοι (ευρύτερη οικογένεια, γείτονες) ήταν σημεία αναφοράς για τα παιδιά και αυτό και ανακούφιζε την οικογένεια αλλά και βοηθούσε το παιδί να αναπτυχθεί.

Καλό είναι οι γονείς να μην ξεχνάνε πως τα παιδιά τους μπορεί να χρειάζονται χρόνο να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Αν διαπιστώνουν ότι δυσκολεύονται πολύ να ανταπεξέλθουν στις σχολικές τους υποχρεώσεις μπορούν να τα βοηθήσουν στην οργάνωσή τους· στην οργάνωση του χώρου τους ή στην οργάνωση της μελέτης τους. Είναι σημαντικό όμως να μην επιβάλλουν τις απόψεις τους ούτε να τα πιέζουν. Το διάβασμα και η ανταπόκριση στις σχολικές υποχρεώσεις είναι ευθύνη του παιδιού και με το να ανησυχούν υπέρμετρα οι γονείς ή να ανησυχούν αυτοί για το πώς θα τα κάνει όλα αυτά το παιδί απλώς αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη του και δεν του αφήνουν το περιθώριο να «το πάρει πάνω του».

Ακόμα, στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται με την είσοδο στο Γυμνάσιο είναι πιθανό να χρειάζεται μια αναδιαμόρφωση του προγράμματος ολόκληρης της οικογένειας (π.χ. μπορεί να έχουν αλλάξει τα ωράρια, οι δραστηριότητες, το κατά πόσο οι γονείς χρειάζεται ή όχι να συνοδεύσουν τα παιδιά τους σε κάποιες από αυτές). Έτσι, θα είναι ίσως χρήσιμο να δημιουργηθεί ένα νέο πρόγραμμα και οι γονείς από την πλευρά τους με τη στάση τους να δώσουν στο παιδί το παράδειγμα για το πώς μπορεί κανείς να προσαρμόζεται με λειτουργικό τρόπο στις νέες συνθήκες. Μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως ό,τι και να λέμε οι άλλοι άνθρωποι μαθαίνουν πάρα πολλά από αυτά που κάνουμε και τη στάση που έχουμε!

Καθώς διαμορφώνεται το πρόγραμμα της εβδομάδας οι γονείς είναι αναγκαίο να θυμούνται πως τα παιδιά έχουν λόγο στο πρόγραμμά που αφορά τα ίδια. Χρειάζεται, λοιπόν, να το φτιάχνουν μαζί και να συζητούν μαζί τους ακούγοντάς τα ειλικρινά για το τι σκέφτονται, νομίζουν, νιώθουν και θέλουν. Αντί να σπεύσουν οι γονείς να σκεφτούν ότι αν π.χ. ένα παιδί ζητάει περισσότερο ελεύθερο χρόνο θέλει να «γλιτώσει» από κάποια δραστηριότητα, να σκεφτούν μήπως το πρόγραμμα του είναι όντως αρκετά φορτωμένο (τουλάχιστον για το ίδιο και τον τρόπο που λειτουργεί), μήπως ανησυχεί ότι δεν θα τα καταφέρει όλα μαζί… Ίσως να λένε κάτι πολύ χρήσιμο τα παιδιά για αυτό που ζουν και να μην είναι τα πράγματα όπως οι γονείς τα βλέπουν. Εξάλλου, ένας άνθρωπος είναι περισσότερο πιθανό να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα που ο ίδιος έχει επιλέξει και να αναλάβει την ευθύνη για αυτό, παρά αν του έχει απλώς επιβληθεί. Και μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά του Γυμνασίου είναι στη φάση της εφηβείας και μπορούν να αναλάβουν πολύ περισσότερα πράγματα από μικρότερα παιδιά. Πρέπει να τους δώσουμε αυτό το περιθώριο για να αναπτυχθούν.

Ίσως ένα ορόσημο για πολλά παιδιά που ετοιμάζονται να μπουν στο Γυμνάσιο είναι οι αλλαγές στο δωμάτιό τους. Να φτιάξουν το χώρο τους με βάση το δικό τους γούστο, τις δικές τους επιθυμίες. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Μην ξεχνάμε ότι το δωμάτιο είναι ο προσωπικός χώρος του παιδιού και πρέπει το ίδιο να έχει λόγο σε αυτό και να τον διαμορφώνει· είναι μέρος της ελευθερίας που αποκτά μεγαλώνοντας και των ευθυνών που αναλαμβάνει. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αλλαγές με οικονομικό κόστος που δυσκολεύεται η οικογένεια να αναλάβει. Οι γονείς, όμως, μπορούν να ενθαρρύνουν το παιδί να βρει άλλους δημιουργικούς τρόπους να διαμορφώσει το χώρο με τον τρόπο που εκείνο θα το ευχαριστεί.

Τέλος, είναι σημαντική και η σχέση με το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς. Αυτή θα βοηθήσει στη δημιουργία ενός πλαισίου ασφάλειας και συνεργασίας που θα ωφελήσει ποικιλοτρόπως το παιδί. Οι γονείς θα μπορούν έτσι να έχουν και εικόνα για το κατά πόσο τα παιδιά τους είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους, χρειάζονται βοήθεια κ.λπ.

Η σχέση της οικογένειας με το σχολείο είναι πάρα πολύ σημαντική, αν και έχει πληγεί αρκετά τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, πλέον όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα της συνεργασίας των διαφορετικών πλαισίων που αφορούν το παιδί και που στην πραγματικότητα έχουν τον ίδιο στόχο: το μεγάλωμα, τη φροντίδα και την ανάπτυξη του παιδιού.

Σε κάθε περίπτωση οι γονείς χρειάζεται να είναι ανοιχτοί και αν υπάρχει κάτι που τους προβληματίζει ή αν έχουν απορίες να μην διστάσουν να απευθυνθούν στους εκπαιδευτικούς ή/και σε κάποιον σύμβουλο για υποστήριξη.

- Η Χαρά Σωτηροπούλου είναι ψυχοπαιδαγωγός με εκπαίδευση στη Συστημική Προσέγγιση και Ψυχοθεραπεία.

email: xsotiropoylou@gmail.com

Σελίδες facebook: @sotiropoulouchara@synergasiaomadesendinamosis

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.