«Απλή Μετάβαση» ή Μεταξύ τύχης και επιλογής

Ο Ματθαίος Λεωνίδας είδε στο Εθνικό το μιούζικαλ «Απλή Μετάβαση» των Γεράσιμου Ευαγγελάτου/ Θέμη Καραμουρατίδη 

Ματθαίος Λεωνίδας 28/03/2019 | 12:31

Σε μια εποχή όπου το σύνολο σχεδόν της ύλης του Εθνικού Θεάτρου αποτελείται από μεταποιημένες παραγωγές ξένων έργων τα οποία έχει ήδη κρίνει ο χρόνος (με εξαίρεση ίσως τα έργα της Πειραματικής Σκηνής, που πάντοτε αιφνιδιάζουν θετικά), η φετινή θεατρική σεζόν σηματοδοτεί μια ενδιαφέρουσα τάση για ουσιαστική, γόνιμη στροφή προς το εγχώριο πρωτότυπο προϊόν από δικαιωμένους τόσο ως προς την απήχηση του κοινού, όσο και ως προς την καλλιτεχνική δεινότητα δημιουργούς, οι οποίοι έρχονται να εκθέσουν τη δική τους ταυτότητα εμπνεόμενοι από το τρέχον παρόν της δύσκολης ελληνικής πραγματικότητας. Μακάρι αυτή να είναι η αρχή ώστε να προτιμώνται και οι νέες ελληνικές παραγωγές, τις οποίες το κρατικό θέατρο δεν θα έπρεπε να περιορίζει αποκλειστικά στις μικρότερες σκηνές του.

Η «Απλή μετάβαση» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Θέμη Καραμουρατίδη, ένα μουσικό θεατρικό ταξίδι χωρίς επιστροφή, σε σκηνοθεσία του Μίνωα Θεοχάρη, τοποθετείται στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», όπου ένα πρωινό Κυριακής του 2017 οκτώ άνθρωποι, λίγο μετά την ενεργοποίηση του Brexit και έχοντας αποφασίσει να εγκαταλείψουν την Ελλάδα για ένα αβέβαιο μέλλον στην Αγγλία, μοιράζονται μεταξύ τους στην αίθουσα αναμονής τις ιστορίες, τους φόβους και την ανασφάλειά τους. Η καθυστέρηση της πτήσης προς το αεροδρόμιο του Γκάτγουικ προσφέρει σε όλους αρκετό χρόνο για περαιτέρω γνωριμία, στοχασμό, επανεξέταση, συγκίνηση, χαρά, αισιοδοξία, χορό και τραγούδι με υπαρξιακές διαστάσεις.

Από την άποψη του κειμένου, το έργο παρουσιάζει μια κάπως συμβατικά διαρθρωμένη αφηγηματική δομή στο γνώριμο ύφος του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, ο οποίος αφορμάται πολύ έξυπνα και με ρεαλισμό από την παθούσα γενιά στην οποία ο ίδιος ανήκει. Οι χαρακτήρες του, παρ’ όλο που σε πολλές στιγμές ακούγονται να εκστομίζουν τυποποιημένες κοινοτοπίες για τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις, διαθέτουν ψυχογραφικά αρκετό βάθος ώστε να πετύχουν στο τέλος την ταύτιση με το κοινό. Διάφορα είδη καθημερινών ανθρώπων παρελαύνουν πάνω στη σκηνή, εκείνο της δυναμικής γυναίκας, της συναισθηματικά σταθερής, αλλά υπαρξιακά ασταθούς, το πρότυπο του εγωιστή Έλληνα που εξαιτίας των εμμονών του καταλήγει να θέλει ξαφνικά να ζήσει ριψοκίνδυνα, αψηφώντας τις συνέπειες, η εξιδανικευμένη queer εκδοχή της Ελλάδας μέσα από τα μάτια ενός Γάλλου μεγαλωμένου στη χώρα μας, ο αγχώδης σύντροφός του με τις εκρήξεις διάθεσης, η φιλόδοξη φοιτήτρια με τα μεγάλα κι αιώνια όνειρα, η «ντίβα» μητέρα της που «βαριέται» και ψάχνει να κάνει τη δική της ηθική επανάσταση, η αντισυμβατική κι αιθεροβάμων ροκ μουσικός, ο ανήσυχος πατέρας που έχει κουραστεί να μοιράζεται ανάμεσα σε δύο κράτη. Κάπως στερεοτυπική η σκιαγράφηση των προσωπικοτήτων, ωστόσο λειτουργική στο να αντιληφθεί κανείς κάπως γενικότερα την υπόθεση. Το σίγουρο είναι πως όσον αφορά τη στιχουργική του, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά ως ο σημαίνων στιχουργός της νεότερης γενιάς, ως κληρονόμος της αισθητικής με την οποία απέδωσαν την πραγματικότητα σε προηγούμενες δεκαετίες σημαντικοί προκάτοχοι του.

Η Μαρίζα Ρίζου είναι εκείνη η οποία φαίνεται τελικά να «κουβαλά» το έργο, κυρίως εξαιτίας της τρομερής άνεσης και ενεργητικότητας στην ερμηνεία της, η οποία εκπλήττει ευχάριστα και την ανάγει κατά κάποιον τρόπο στο πρόσωπο που κινεί τα νήματα στο έργο. Επάξιες απέναντί της η Χαρά Κεφαλά και η Μαρία Διακοπαναγιώτου, διατηρώντας τη ζωντάνια των χαρακτήρων τους, τα ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία των οποίων μάλλον βρήκαν το κούμπωμά τους στη δική τους ψυχοσύνθεση, γι’ αυτό και εκδηλώνονται με τέτοιο ανεπιτήδευτο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, με τη δύναμη της προσωπικότητάς τους καταφέρνουν και προσδίδουν στους σχηματικούς τους ήρωες κάποιο βάρος. Οι Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Νίκος Λεκάκης, Φοίβος Ριμένας και Νάνσυ Σιδέρη, αν και ερμηνευτικά επαρκείς, υστερούν στον απαιτούμενο για ένα τέτοιο έργο αυθορμητισμό, ώστε η ταύτιση εκ μέρους του θεατή να γίνεται δίχως πρότερο αποστασιοποιημένο «φιλτράρισμα» του λόγου και της δράσης τους. Στο σύνολό της, ωστόσο, η θεατρική διανομή μοιάζει ταιριαστή, όλοι τους ώριμοι συναισθηματικά και προσγειωμένοι, προκειμένου να αναμετρηθούν φαντασιακά με το αδιέξοδο των ηρώων του έργου, οι οποίοι διχάζονται ανάμεσα στο να καθοδηγηθούν από τη βούλησή τους ή στο να αφήσουν τη μοίρα να αποφασίσει για αυτούς και το μέλλον τους.

Οι μουσικές του Θέμη Καραμουρατίδη συνθέτουν ένα ομοιογενές ηχητικό μοτίβο, το οποίο εντάσσεται οργανικά μέσα στον κειμενικό άξονα και κυμαίνεται από χαρακτηριστικές συγκινητικές μπαλάντες με ποπ και ροκ στοιχεία που παραπέμπουν λόγω της φύσης τους στα κλασικά τραγούδια των μιούζικαλ του Broadway, του West End και της Disney, σε μια σατιρική παρωδία του εθνικού ύμνου, δίνοντας μεγαλύτερη ανάσα στους γλυκόπικρους στίχους με αστικές αναφορές του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, έτσι ώστε να «χτυπήσουν» κυριολεκτικά στο κόκαλο. Το θέμα της έναρξης «Η βαλίτσα» επανεμφανίζεται με νοσταλγικό τρόπο στις πιο καίριες στιγμές της πλοκής. Τα μουσικοχορευτικά νούμερα είναι εκείνα τα οποία εκτοξεύουν την παράσταση συνολικά, αφού ο κάθε ήρωας λαμβάνει το τραγούδι που του αρμόζει, ώστε να να αναδειχθεί ο χαρακτήρας του, να ξεδιπλωθεί η ψυχολογική του διάσταση, αλλά και για να αποκτήσει ο κάθε ένας από τους ηθοποιούς τη δική του μεγάλη στιγμή μέσα στο έργο. Η κίνηση της Αμάλια Μπένετ, τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη, σε συνδυασμό με τους αινιγματικούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη και την άψογη στον ήχο ζωντανή ορχήστρα υπό τον Αντώνη Παλαμάρη, μετατρέπουν τα νούμερα σε ζηλευτές κινηματογραφικές χορογραφίες πάνω στην εντυπωσιακά περιστρεφόμενη κυκλική σκηνή.

Ο Μίνως Θεοχάρης διαθέτει μια λειτουργική σκηνοθετική ματιά στην οπτική απόδοση του έργου, επιχειρώντας να αναδείξει τα διάφορα είδη των χαρακτήρων που ετοιμάζονται για τη νέα μεγάλη αρχή στη ζωή τους, τους οποίους απαλλάσσει από τον αποστειρωμένο και στομφώδη λόγο. Παράλληλα αξιοποίησε τον περιορισμένο και δυσλειτουργικό χώρο κατάλληλα, εμπλουτίζοντάς τον με αντικείμενα που επιτελούν πολλαπλούς ρόλους και χαρίζουν στην παράσταση ευαίσθητο χαρακτήρα. Βαλίτσες που γίνονται καθίσματα, κρεμάστρες που μετατρέπονται σε γρίλιες, συμβολικά φαναράκια προς ένα «λευκό μέλλον», άδειες κορνίζες που απεικονίζουν πολλούς εαυτούς, δίνουν στους ηθοποιούς τη δυνατότητα να ξεκλειδώσουν και οι ίδιοι την έκφρασή τους και να καθοδηγηθούν από τον ρομαντισμό και τη νοσταλγία που δημιουργούνται στην ατμόσφαιρα.

Μια παράσταση, αποδομένη ως απευθείας κάλεσμα για συγκίνηση και προβληματισμό, αλλά και ως φόρος τιμής στον κόσμο των μιούζικαλ, τα οποία λατρεύει ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, με αισθητικό κριτήριο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινού. Δεν θα έλεγε κανείς πως το Εθνικό Θέατρο δικαιώνεται όσον αφορά στη λήψη του υποτιθέμενου ρίσκου που ενέχει η παρουσίαση μιας πρωτότυπης παράστασης, κυρίως γιατί η μεγάλη απήχησή της κρίνεται αναμενόμενη για πολλούς λόγους, ανάμεσά τους και η καθιέρωση των δημιουργών της στη συνείδηση του κοινού. Μπορεί να απέχει κατά πολύ από το ύφος του λυρικού μιούζικαλ όπως το αντιλαμβάνεται ο κοινός νους, στο στιλ των μεγάλων παραγωγών του Cats, του Cabaret ή του The Phantom of the Opera, ωστόσο παραπέμπει κατά πολύ στα άλλα, τα αιρετικά, ροκ μιούζικαλ που ξεκίνησαν από τα μικρά θέατρα του Broadway και αποθεώθηκαν στη συνέχεια, εκείνα που αφουγκράζονται το τώρα στο επίπεδο της ιδεολογίας, όπως ήταν το Rent, το Hairspray, ή το Spring Awakening. Κι επειδή το μουσικό υλικό είναι αρκετά καλό για να ξεχαστεί για πάντα στη σκηνή Νίκος Κούρκουλος, η εγγραφή του σε έναν δίσκο cast recording θα ικανοποιούσε και όλους όσοι δεν μπορούν να δουν την παράσταση για δεύτερη φορά, εξαιτίας των συνεχών sold-out.

ΑΠΛΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Συντελεστές:

Κείμενο, Στίχοι τραγουδιών: Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Σκηνοθεσία: Μίνως Θεοχάρης

Μουσική σύνθεση, Ενορχήστρωση: Θέμης Καραμουρατίδης

Σκηνογράφος - Ενδυματολόγος: Ηλένια Δουλαδίρη

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Επιμέλεια ορχήστρας: Δημήτρης Σιάμπος

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός ενορχηστρωτή: Αντώνης Παλαμάρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Μπενοβία

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Ιωάννα Καλαβρού

Διανομή:

Άρης: Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Γιώργος: Κωνσταντίνος Γαβαλάς

Μαρία: Μαρία Διακοπαναγιώτου

Δάφνη: Χαρά Κεφαλά

Νταμόν: Νίκος Λεκάκης

Λένα: Μαρίζα Ρίζου

Σπύρος: Φοίβος Ριμένας

Νεφέλη: Νάνσυ Σιδέρη

Μουσικοί επί σκηνής: 

Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος - ηλεκτρικό μπάσο, κοντραμπάσο

Αντώνης Παλαμάρης - πλήκτρα, πιάνο

Στέφανος Σακελλαρίου - ντραμς

Δημήτρης Σιάμπος - κλασική, ακουστική & ηλεκτρική κιθάρα

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00

Κυριακή 18:00

Από 15 Φεβρουαρίου στη Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Λήξη παραστάσεων: 14/4/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.