Υπήρχε κάποτε μια εποχή, όχι και τόσο μακρινή, που τα «θα» δεν ήταν απλές υποσχέσεις, μα ήταν προφητείες. «Θα φύγω στο εξωτερικό», λέγαμε και το διαβατήριο ήταν ήδη έτοιμο, όπως και το Excel με τα πανεπιστήμια ή τις δουλειές. «Θα γράψω βιβλίο», μουρμουρίζαμε και οι τίτλοι γέμιζαν τετράδια, κούπες καφέ, νύχτες άγρυπνες που μοσχοβολούσαν μέλλον. Ζούσαμε στο «κάποτε», στήναμε τη ζωή μας πάνω σε φαντασιακά προγράμματα πενταετίας, γιατί κανείς δεν μας είχε πει ότι η πραγματικότητα έχει πιο άγριες διαθέσεις από τα όνειρά μας.
Και τότε άρχισαν να φτάνουν οι κρίσεις. Οικονομικές, κοινωνικές, συναισθηματικές. Και μαζί τους, ένα βουβό τέλος στα «θα». Μια γενιά γονάτισε, όχι επειδή δεν προσπάθησε, αλλά επειδή αναγκάστηκε να μάθει να ζει χωρίς προσδοκίες. Κι εκεί, ανάμεσα σε Netflix, τιμολόγια, stories και σουβλάκια, αποχαιρετήσαμε ό,τι δεν ήμασταν ποτέ. Με γέλιο ειρωνικό. Γιατί αλλιώς δεν βγαίνει.
Όνειρα με Ημερομηνία Λήξης
Κάθε γενιά έχει τα τοτέμ της. Τα δικά μας ήταν γεμάτα υποσχέσεις με παρελθοντική λάμψη. «Θα φύγω στο εξωτερικό», «θα σπουδάσω κάτι δημιουργικό», «θα γράψω βιβλίο», «θα κάνω την επανάσταση». Όλα με bold, όλα με ήχο τύμπανου. Κι ύστερα χωρίς θόρυβο, μπήκαν στο ράφι. Μυθιστορήματα που δεν γράφτηκαν, βιογραφίες που έμειναν στο πρώτο κεφάλαιο, διαβατήρια που έληξαν χωρίς σφραγίδα. Το εξωτερικό έγινε remote job από κάποια κουζίνα στο Παγκράτι. Η δημιουργικότητα έγινε captions με ψαγμένα quotes από Pinterest και η ιδέα για startup έμεινε στο συρτάρι ως άλλο ένα business plan με λάθη στη σύνταξη. Η επανάσταση πήρε παράταση, επειδή έβρεχε.
Γίναμε οι ήρωες της αναβλητικότητας, μια γενιά που έμαθε να ζει με tabs ανοιχτά και στόχους κλειστούς. Κάθε «θα» συνοδευόταν από μια playlist τότε στο YouTube, τώρα στο Spotify, έναν φραπέ και ένα scroll down. Οι μέρες περνούσαν σαν επεισόδια σειράς, σαν binge watching χωρίς πλοκή. Κάποτε λέγαμε «μέχρι τα 30…», ύστερα «έως τα 35…» και τώρα «ίσως στα 40». Ημερομηνίες λήξης χωρίς υλοποίηση. Κι όλα αυτά, ενώ παρηγορούμαστε με το ότι «έχουμε ακόμα χρόνο». Όχι επειδή δεν θέλαμε, επειδή δεν υπήρχε χώρος. Αλλά το ρολόι χτυπάει. Κι ας μην το ακούμε.
Η Εποχή των Αναβλητικών Ηρώων
Η κρίση δε σκότωσε μόνο τις τσέπες μας, αλλά και την ικανότητα να ονειρεύεσαι χωρίς ντροπή. Το να λες «θέλω να γίνω συγγραφέας» ακούγεται γραφικό, ενώ το να ψελλίζεις «ίσως κάποτε πάρω ένα σπίτι» μοιάζει με αφέλεια. Η πραγματικότητα μάς έμαθε να ζούμε με το ελάχιστο των φιλοδοξιών, γεννώντας μια νέα κατηγορία ανθρώπου, τους αναβλητικούς ήρωες. Είναι ο τύπος ανθρώπου που δεν παραιτείται, αλλά ούτε προχωρά. Που θέλει, αλλά δεν ξεκινά. Που αγαπά τα μεγάλα όνειρα, αλλά επιβιώνει με μικρές ανταμοιβές, ένα καλό burger, ένα επεισόδιο Succession, ένα τριήμερο χωρίς ειδοποιήσεις από την τράπεζα, κάποιους μήνες που έχει πληρώσει τα πάντα από λογαριασμούς και περίσσεψαν κάτι ψιλά.
Κάπου εκεί, αναπτύξαμε και μια νέα ηθική. «Μην πιέζεις τον εαυτό σου». Μια παρηγορητική σοφία, που αγκαλιάζει τη στασιμότητα σαν στάδιο ενσυνειδητότητας. Δεν έχουμε αποτύχει, λέμε, απλώς δεν το προσπαθήσαμε ποτέ πραγματικά. Δεν χρειάστηκε κιόλας… Δουλειές δεν υπήρχαν, εξέλιξη το ίδιο, οπότε μας αρκούσε να υπάρχει ένα εισόδημα ώστε να πληρώνονται οι λογαριασμοί. Αυτή είναι η μόνη φιλοδοξία πλέον.
Η κουλτούρα του «όταν νιώσω έτοιμος» διαπότισε τη ζωή μας. Το αποτέλεσμα; Όταν νιώσαμε έτοιμοι δεν είχε μείνει τίποτα άλλο έτοιμο. Και φορώντας το σακάκι της σοβαρότητας, βολευτήκαμε σε μια εσωτερική Netflix σειρά: «Πράγματα Που Ήθελα να Κάνω Αλλά Άφησα για Αργότερα» σε 10 επεισόδια και άπειρες σεζόν.
Το Netflix της Παραίτησης
Όταν δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, αλλάζεις πάροχο. Η ζωή γίνεται binge watching, τα όνειρα «σου ’ρχονται μετά το τέταρτο επεισόδιο» και η ελπίδα απορροφάται από τον αφρό του καφέ. Το Netflix δεν είναι απλώς εφαρμογή, είναι υπαρξιακή δήλωση «Δεν μπορώ να ζήσω τη ζωή που ήθελα, αλλά μπορώ να δω τη δική σου σε ανάλυση 4Κ». Το φαγητό έρχεται με ένα swipe, η απόλαυση με ένα tap. Η ιδέα του να κυνηγήσεις κάτι χάνεται μπροστά στη θαλπωρή της απραξίας. Το αληθινό σου όνειρο δεν είναι πλέον να γίνεις σκηνοθέτης, αλλά να μη σε διακόψει κανείς ενώ βλέπεις μια καινούρια σειρά. Γιατί δεν είναι μόνο ότι δεν υπάρχουν ευκαιρίες, είναι ότι συχνά δεν έχουμε πια διάθεση.
Η συστηματική αποτυχία γεννά μια κούραση που σε κάνει να μην προσπαθείς, όχι γιατί δεν θες, αλλά γιατί δεν αντέχεις άλλη μία ήττα. Η φράση «δεν έχει νόημα» δεν λέγεται με πικρία, αλλά με ένα σχεδόν αδιάφορο χαμόγελο. Όλα όσα υπολογίζαμε μπλέχτηκαν ανάμεσα σε μνημόνια, οικονομικές και υπαρξιακές κρίσεις, με αποκορύφωμα μια πανδημία. Τώρα κανένας δεν θυμάται τι ήθελε να κάνει, οπότε αρκείται απλά υπάρχοντας.
Συμβιβαστήκαμε. Αντικαταστήσαμε τα σχέδια με subscriptions. Τα βιβλία με memes. Τις φιλοδοξίες με Google Calendar. Και κάθε φορά που ξεκινάμε να γράψουμε, να ταξιδέψουμε, να αλλάξουμε, έρχεται μια ειδοποίηση πως υπάρχει «Νέο επεισόδιο διαθέσιμο». Και χάνουμε άλλη μια μάχη. Αφού μάθαμε να λέμε «δεν πειράζει». Όχι γιατί δεν πειράζει, αλλά γιατί δεν υπάρχει πια αντοχή να παλέψουμε. Η παραίτηση έγινε προστατευτικό φίλτρο. Και το τραγικό είναι πως δεν είμαστε πια θλιμμένοι. Είμαστε ήρεμοι. Κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο.
Όνειρα Θερινής Νυκτός
Κι ύστερα ήρθε η μοναξιά. Όχι η θεαματική, κινηματογραφική μοναξιά, αλλά η σιωπηλή, αυτή που κουρνιάζει ανάμεσα στις ειδοποιήσεις και στα unread μηνύματα. Αυτή που σε βρίσκει μπροστά από μια οθόνη, Σάββατο βράδυ, με πίτσα και 2% μπαταρία. Οι παρέες έγιναν group chats, οι αγκαλιές έγιναν reactions. Κι οι άνθρωποι έμαθαν να είναι μόνοι, χωρίς καν να το προσέξουν.
Τα καλοκαίρια δεν έμοιαζαν πια με διακοπές. Ήταν μικρές παύσεις επιβίωσης, κουτσουρεμένα τριήμερα με AirBnB που μοιράζεσαι με άλλους τέσσερις, όλοι με διαφορετικές ζωές, αλλά την ίδια σιωπή. Τα όνειρα πνίγηκαν μέσα σε ήλιο, αντηλιακά και notifications από την εργασία. Οι διακοπές έγιναν ένα ακόμη deadline: να ξεκουραστείς γρήγορα και φτηνά.
Δεν λέμε αντίο στο όνειρο. Λέμε αντίο στον εαυτό που νόμιζε πως μπορεί να το κατακτήσει. Δεν αποχαιρετάμε τις προσδοκίες μας, αλλά τη φωνή που μας τις ψιθύριζε. Στο τέλος, δεν μας πρόδωσε η εποχή, ούτε η χώρα, ούτε η οικονομία. Μας πρόδωσε το timing: γεννηθήκαμε με όνειρα δεκαετίας ’90 και ζούμε σε post-apocalypse σκηνή του 2025. Αντίο, λοιπόν, σε όσα δεν γίναμε ποτέ. Αντίο σε όσα χάσαμε με ένα χαμόγελο ειρωνικό, γιατί όπως λέει και το meme, «τουλάχιστον έχουμε χιούμορ», που ίσως είναι η μόνη τέχνη που μας έμεινε. Ίσως τελικά να είμαστε καλοί σ’ αυτό, στο να γράφουμε όμορφες επιτύμβιες στήλες για τα όνειρα που δεν ζήσαμε. Να αποχαιρετούμε σιωπηλά, με ένα status, με ένα quote, με λίγο αυτοσαρκασμό το 2025, που το 2015 έμοιαζε έτη φωτός μακριά και τώρα έφτασε στη μέση. Όχι γιατί θέλουμε, αλλά γιατί δεν έχουμε άλλο τρόπο. Κι αυτό το «αντίο» δεν είναι τραγικό. Είναι απλώς αληθινό. Κι ίσως το πιο τίμιο πράγμα που μπορούμε πια να πούμε.
Διαβάστε επίσης:
Νεαροί έβαλαν φωτιά σε 16χρονο στο Ίλιον: Τον περιέλουσαν με αντισηπτικό υγρό
Καιρός: Έρχεται εμμονική ζέστη και καύσωνας μεγάλης διάρκειας
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια