«Ανθρωποφύλακες»: Μια μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση για τις αδίστακτες μεθόδους της χούντας

Οι Ανθρωποφύλακες απεικονίζουν τη βαρβαρότητα των βασανιστηρίων που υπέστη ο Περικλής Κοροβέσης και θα παραμείνουν ένα διαχρονικό ανάγνωσμα όσα χρόνια και αν περάσουν.

κοροβεσης

«Είχα σφιχτεί και περίμενα. Κοίταζα τον Κώστα. Ο Κώστας έφτυσε στα χέρια του, πήρε το ξύλο. Άρχισε.

Ο φάλαγγας είναι μια υπερβολικά μεγάλη δύναμη που ενεργεί πάνω σου. Σου δίνει την εντύπωση πως γλιστράς σε μια μεγάλη, επικλινή, γυαλιστερή επιφάνεια και πέφτεις πάνω σ’ έναν σκληρό, γρανιτένιο τοίχο. Αν δεν ήξερες πως σε χτυπάνε στα πόδια, θα σου ήτανε αδύνατον να προσδιορίσεις από που έρχεται.

Τις κινήσεις του βασανιστή τις βλέπεις. Τα χτυπήματα είναι ο γρανιτένιος τοίχος. Η επικλινής επιφάνεια είναι τα διαστήματα ανάμεσα στα χτυπήματα.

Όταν ο ρυθμός είναι κανονικός, είναι λιγότερο επώδυνος από τον ακανόνιστο ρυθμό. Τη λεπτομέρεια αυτή την ξέρουνε και σε χτυπάνε μια γρήγορα μια αργά. Αρχίζουνε να σε χτυπούν από κάτω προς τα πάνω και αντίστροφα.

Ξέρουνε πως η πρώτη σου αντίδραση είναι να μαζέψεις λίγο τα πέλματα. Αυτό τους αφήνει αδιάφορους, γιατί ξέρουνε πως ύστερα από δέκα χτυπήματα το πόδι πρήζεται τόσο πολύ, που γεμίζει το παπούτσι».

———————–

Ο Σ. είχε γλιτώσει την εκτέλεση από μια σύμπτωση. Του είχανε πει πως το πρωί θα τον εκτελούσαν, του πήραν τα βιβλία του και τον έβαλαν στο κελί του «πεθαμένου»· έτσι λέγανε το κελί που τους βάζανε πριν τους εκτελέσουνε, γιατί, μπαίνοντας εκεί, ήσουνα ήδη πεθαμένος. Είχε κάνει όλες εκείνες τις μικρές προετοιμασίες που είχανε γίνει απαραίτητες πριν από την εκτέλεση – είχε πλυθεί, είχε ξυριστεί, είχε φορέσει το καλό του κουστούμι και την καλή του γραβάτα και πέρασε τη νύχτα περιμένοντας τους χωροφύλακες να ‘ρθουν το πρωί να τον πάρουν. Μαζί του θα εκτελούσαν κι άλλους οχτώ.

Το πρωί όμως, σηκώθηκε φουρτούνα, και η βενζίνα δεν μπορούσε να πάει στο Λαζαρέττο, που γινόντουσαν οι εκτελέσεις. Ο εισαγγελέας δεν ήρθε, και οι εκτελέσεις αναβλήθηκαν. Οι φυλακές δεν στείλανε σήμα για την αναβολή των εκτελέσεων, και το υπουργείο νόμισε πως είχαν εκτελεστεί.

Έτσι, την επόμενη μέρα πήραν άλλους και τους αφήσανε αυτούς, γιατί δεν είχανε μεγάλη δύναμη για συνοδεία.

Επακολούθησε ένα μπέρδεμα, χάσανε τη σειρά τους και, τελικά, δύο από τους οχτώ τη γλίτωσαν. Ο ένας έγινε έμπορος. Τώρα, μάλιστα, έχει και λεφτά. Ο άλλος, μαζί μας.

Ο Σ., όταν μιλούσε, είχε μια ενοχή, που όμως κατέληγε σε μια συγκλονιστική ευθύνη. Ζητούσε περισσότερα από εμάς. Εσείς», μας έλεγε, «δεν είδατε τίποτα ακόμη· δεν πάθατε τίποτα. Το λεπίδι δεν έπεσε ακόμη. Εμάς μας θέρισε. Ακριβοί σύντροφοι χάθηκαν κι άφησαν σ’ εμάς μια τσατσάρα ή μιαν οδοντόβουρτσα και τους πήρανε από το διπλανό κελί για μαχαίρι, όπως σε παίρνουνε για μια κοινή μεταγωγή. Εγώ έζησα. Έζησα μια νύχτα και πέθανα χίλιες.

Ήξερα πως σημαδεύουνε στην καρδιά και, από το μολύβι που μαζεύεται, γίνεται μια μεγάλη τρύπα, που μπορείς να βάλεις την μπουνιά σου. Τη γλίτωσα. Από τους οχτώ που ήμασταν χάθηκαν οι έξι… οι εφτά πες, με τον έμπορο. Εγώ έζησα. Αυτό, όμως, που με κράτησε ακόμη αγωνιστή ήτανε ένας περίεργος έρωτας για κείνη τη βραδιά που ήταν πια γεγονός – εκείνη η μεγάλη τρύπα στο μέρος της καρδιάς κι όχι ένα φιλολογικό κλαψούρισμα.

«Για να δεις τον κόσμο ανάποδα, τον αδερφό σου ξένο και τον οχτρό σου αδέρφι σου, αδικοσκοτωμένο», πρέπει να το ξέρεις αυτό και να το αγαπάς. Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο πολύ δίνεις. Υπάρχουνε σύντροφοι σ’ άλλες χώρες που νίκησαν, το ξέρω. Αυτός τελικά είναι ο σκοπός: Να νικήσουμε κι όχι να πεθάνουμε. Αλλά, για να νικήσουμε, πρέπει να πεθάνουμε και, για να πεθάνουμε, πρέπει ν’ αγαπάμε τη ζωή. Να ‘στε σίγουροι, όμως, πως μέσα στο σακίδιό τους, έξω από τ’ άλλα, είχανε και τον θάνατο, που τον κουβαλούσαν μαζί τους και είχε γίνει μια μικρή συνήθεια δίπλα από το καθημερινό συσσίτιο. Εσείς δεν είδατε τίποτα και δεν πάθατε τίποτα. Ζήσατε σε χρόνια προδοσίας και σιωπής. Δεκαετίες τώρα μας σφάζουνε κι εμείς σωπαίνουμε. Σφάξε με, Αγά μου, ν’ αγιάσω. Τίποτα άλλο. Αυτό όμως θα πάψει· και θα πάψει από εσάς, όσο κι αν εσείς δεν το ξέρετε ακόμη. Όχι, εσείς δεν είδατε τίποτα, δεν πάθατε τίποτα ακόμη».

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Περικλή Κοροβέση, «Ανθρωποφύλακες».

Σάμος: Τρία χρόνια μετά τον σεισμό δεν έχει γίνει επισκευή στο μεγαλύτερο δημοτικό σχολείο

samos

Σάμος: Τρία χρόνια μετά τον σεισμό δεν έχει γίνει επισκευή στο μεγαλύτερο δημοτικό σχολείο

Οι εκτεταμένες ζημιές που προκάλεσε ο εγκέλαδος, οι οποίες μέχρι και σήμερα δεν έχουν φτιαχτεί,…