Ανδρέας Κατσιγιάννης: «Η μουσική ίσως είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός»

Ο Ανδρέας Κατσιγιάννης διαγράφει λαµπρή πορεία ως συνθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εστουδιαντίνας Νέας Ιωνίας, µιας ορχήστρας που έχει αφήσει το ιδιαίτερο στίγµα της στον εγχώριο ήχο τις τελευταίες δεκαετίες. 

Έμυ Ντούρου 25/02/2020 | 18:43

Η κουβέντα μας ρέει από τα πρώτα δευτερόλεπτα, σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Σύντομα φτάνουμε στη ρίζα, την εποχή που παιδί ακόμη αποφάσισε ότι θα ακολουθήσει τον δρόμο της μουσικής. Μου µιλάει για την επίδραση που του άσκησε ο θείος του, ο κλασικός κιθαρίστας Μίµης Φάµπας, ο οποίος υπήρξε µαθητής του Σεγκόβια. «Ηταν ο πρώτος που είχε κάνει µέθοδο για την κλασική κιθάρα στην Ελλάδα και είχε συγγράψει πολλά βιβλία κλασικής µουσικής. Επίσης ήταν ο πρώτος που έβαλε κλασική κιθάρα στις ηχογραφήσεις λαϊκών τραγουδιών και κυρίως στου Ζαµπέτα».

Πώς ενώ είχατε τέτοια επιρροή επιλέξατε το σαντούρι;

Είχα ξεκινήσει κιθάρα µε τον Φάµπα αλλά το µέγεθός του µου δηµιούργησε φοβία. Κάποια στιγµή, ήµουν στο σχολείο ακόµη, πήγαµε οικογενειακώς διακοπές στη Μυτιλήνη. Σε ένα χωριό υπήρχε ένα καφενεδάκι όπου ένας τύπος έπαιζε σαντούρι µε µεταλλικές µπαγκέτες. Πάνω στο όργανο είχε γράψει «Κακούργος». Επρόκειτο για έναν ξακουστό πρακτικό σαντουρίστα του νησιού ο οποίος έπαιζε βαλς, τανγκό, σµυρναίικα, τα κατέγραφε σε κασετοφωνάκι και πουλούσε τις κασέτες. Είχα κολλήσει θυµάµαι. Πήρα δύο τρεις κασέτες και όταν επιστρέψαµε στον Βόλο είπα στον πατέρα µου ότι ήθελα να ασχοληθώ µε το σαντούρι.

Με τον Αριστείδη Μόσχο πότε βρεθήκατε;

Στο λύκειο πλέον άρχισα να κατεβαίνω στην Αθήνα κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο για να παρακολουθώ µαθήµατα στη σχολή του Μόσχου. Είχα και µια τραυµατική εµπειρία µαζί του. Οταν πήγα µε έβαλε να παίξω και βλέποντας ότι ήξερα κάποια πράγµατα –είχα την τύχη στον Βόλο να µαθητεύσω δίπλα στον Θεοχάρη Παντίδη– µου είπε: «Σε έστειλε κάποιος να µάθεις τα µυστικά µας;». Μετά µε αγάπησε. Ηταν τεράστια εµπειρία για µένα να µε βάζει να παίζω µε την ορχήστρα και ίσως τότε πρωτοπέρασε από το µυαλό µου η ιδέα να κάνω µια ορχήστρα.

Η οποία τελικά πήρε µορφή µέσα από την Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας;

Ακριβώς. Η Εστουδιαντίνα ξεκίνησε όταν ήµουν φοιτητής Θεολογικής στη Θεσσαλονίκη. Γνωριζόµασταν ήδη µε τον βιολιστή Κυριάκο Γκουβέντα από τις ηχογραφήσεις που είχαµε κάνει στο στούντιο Αγροτικόν του Νίκου Παπάζογλου. Oταν ανέβηκα ως φοιτητής πλέον στη Θεσσαλονίκη του πρότεινα να κάνουµε ένα γκρουπ. Η ιδέα για την Εστουδιαντίνα ήρθε λόγω της συµµετοχής µας σε συναυλία που είχε κάνει το ’95 ο Παναγιώτης Κουνάδης στο Κατράκειο της Νίκαιας, στην οποία έγινε αναβίωση των ηχογραφήσεων που είχαν αναφορά στη λέξη «εστουδιαντίνα». Ανακάλυψα ότι επρόκειτο για διάφορα υποσύνολα ενός γενικότερου συνόλου που είχε σχέση µε τον συγκερασµό των πολιτισµών της Ανατολής και της ∆ύσης. Κάπως έτσι πρότεινα στον Κυριάκο να κάνουµε τέτοια ορχήστρα στον Βόλο γιατί εκεί υπήρχε ήδη η µαγιά.

Πώς διατηρείται μια τέτοια ορχήστρα στον χρόνο;

Δεν είναι εύκολο. Πρέπει να υπάρχει συγκατάθεση σε όλα και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παλεύεις συνεχώς με τον εγωισμό σου. Είναι όπως η συμβίωση. Συχνά λέω ότι έχω ζήσει με την Εστουδιαντίνα περισσότερο απ’ ό,τι με την οικογένειά μου. Νιώθω σαν να είναι η δεύτερη οικογένεια μου που κι αυτή χρειάζεται φροντίδα και αγάπη. Κι αυτή περνάει τις ρήξεις της, τις ανασφάλειές της, τις αντιδημιουργικές της περιόδους. Δεν αναλωθήκαμε με το να πάμε να παίξουμε σε μαγαζιά, ακόμη και την περίοδο που γινόταν πανικός για μας. Σε εκείνη τη φάση ήρθαμε σε ρήξη μεταξύ μας και με τον ίδιο μας τον εαυτό κάποιες φορές. Ακόμη κι όταν υπήρχε η σκέψη «γιατί δεν το κάνουμε τώρα που μπορούμε;» επιλέξαμε να τραβήξουμε έναν άλλο δρόμο.

Υπάρχει ως ζητούµενο η διατήρηση του ύφους της παλιάς µουσικής;

Oχι, έχουµε ήδη δεκαέξι δίσκους µε διαφορετική θεµατολογία, ύφος, µουσικό χαρακτήρα, ακόµη και πρόταση πάνω στο πώς θεωρούµε ότι πρέπει να είναι το τραγούδι σήµερα. Θα έλεγα ότι η Εστουδιαντίνα είναι ο ήχος που φέρει την Ελλάδα, την Ανατολή, τη ∆ύση και τη Μεσόγειο.

Εδώ και χρόνια είναι έντονη η τάση να διασκευάζονται παλιότερα ακούσµατα.

Εχει παραγίνει το πράγµα. Μόνο το «Πάτερ ηµών» δεν έχω ακούσει ακόµη σε σουίνγκ. Πιστεύω ότι πρόκειται για αµηχανία της εποχής που αντλεί από τη δύναµη του παρελθόντος. Αυτό όµως είναι παγίδα. Το παρελθόν πρέπει να το χρησιµοποιεί κανείς για να δηµιουργήσει κάτι δικό του, όχι να το φέρνει στο σήµερα µε καινούργιο περιτύλιγµα.

Ναι, αλλά αν αυτό έχει επιτυχία;

Εχει επιτυχία γιατί βομβαρδίζεσαι με αυτό. Θα δούμε τι θα μείνει. Κομμάτια που ακούσαμε πριν από λίγα χρόνια δεν τα ακούω ξανά. Οταν θέλω να ακούσω το «Ακρογιαλιές δειλινά» θα το ακούσω με τη Χασκίλ και μέχρι τη Γαλάνη, η οποία το σεβάστηκε γιατί είχε τον συνθέτη δίπλα της. Οχι ότι δεν έχουν γίνει πολύ επιτυχημένες διασκευές, όμως είναι μία στις εκατό. Αυτό που πρέπει να μετατρέψουμε οτιδήποτε σε βραδιά σουίνγκ δεν έχει καμία διαφορά με αυτό που γίνεται στα νυχτερινά κέντρα της παραλιακής όπου όλα τα κομμάτια παίζονται το ένα πίσω από το άλλο σαν ένα ασταμάτητο τσιφτετέλι.

Είναι παρεξηγημένος ο όρος «λαϊκό»;

Όχι, απλώς παραχρησιμοποιήθηκε για διάφορους λόγους, όπως χρησιμοποιούνται πολλά πράγματα για άλλοθι. Το λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που εκφράζει το λαό, το έντεχνο είναι υπό όρους. Περισσότερο θα έλεγα ότι τον έφτιαξαν για να δημιουργήσουν κατηγορίες τα δισκάδικα. Αφορά τους εμπόρους δηλαδή. Εμάς που δημιουργούμε δεν θα έπρεπε να μας αφορά. Και ο Μπραμς λαϊκή μουσική έκανε και ο Μπετόβεν το ίδιο. Και ο Βαμβακάρης έκανε λαϊκή μουσική και συμφωνική μουσική ταυτόχρονα γιατί μέσα από τη μουσική του συμφωνούσαν παρέες. Αυτός που έγραψε «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» με ένα μπουζουκάκι δεν ένωσε γενιές ολόκληρες;

Γιατί έχει εξοριστεί το µπουζούκι από τη λαϊκή µουσική;

Γιατί υπάρχει τάση να µοιάζουµε µε κάποιους άλλους. Και βέβαια βοηθάει αυτό που λέγεται λόµπι ραδιοφώνων. Με εξαίρεση τα κρατικά κανάλια όλα τα ραδιόφωνα κάνουν τιµολογιακή πολιτική πάνω στη δηµιουργία των ανθρώπων. O,τι χειρότερο δηλαδή.

Παρ’ όλα αυτά εσείς επιμένετε στον δικό σας δρόμο. Μια από τις σημαντικές σας συνεργασίες ήταν εκείνη με τον Χρόνη Αηδονίδη.

Μιλάμε για ένα μυθικό πρόσωπο. Τι να πρωτοπώ για τον Αηδονίδη. Είναι ο άνθρωπος που φέρει την παιδεία, την ευγένεια, την κοσμικότητα σε απόλυτο συνδυασμό μέσα από την παράδοση της χώρας μας. Είναι το δείγμα μας ο Αηδονίδης. Αν κληθεί κάποιος να ορίσει τι είναι ελληνικό τραγούδι θα πρέπει να κάνει λόγο για τον Αηδονίδη, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Καζαντζίδη, την Κάλλας. Ο Αηδονίδης σύνδεσε με έναν μαγικό τρόπο το χτες με το σήμερα χωρίς το αποτέλεσμα να μοιάζει φολκλόρ. Άργησαν να τον ανακαλύψουν κι ευτυχώς εκεί έβαλε το χέρι του ο Νταλάρας.

Με τον οποίο συνεργάζεστε πολλά χρόνια.

Ναι, έχουμε κάνει και τους πρώτους δίσκους της Εστουδιαντίνας και προσωπικούς δίσκους και στον τελευταίο λέει ένα ποίημα του Ρίτσου το «Εμβατήριο του ωκεανού», που είναι σαν να έχει γραφτεί σήμερα για το προσφυγικό. Βλέπεις οι ποιητές γράφουν άχρονα. Για να μπορέσεις να αφήσεις το στίγμα σου στην τέχνη πρέπει να είσαι άχρονος. Να αποστασιοποιηθείς από τον ίδιο σου τον εαυτό και από τον τόπο και τον χρόνο που βρίσκεσαι. Ενα ηπειρώτικο μοιρολόι ή ένα ριζίτικο της Κρήτης ταξιδεύουν στον χρόνο, γιατί είναι άχρονα. Σήμερα θα το βρεις εσύ και διακόσια χρόνια μετά θα το βρει κάποιος άλλος.

Στον στίχο το καταλαβαίνω αλλά τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική άχρονη;

Ο τρόπος που διεισδύει στην κοινωνία ο τρόπος που αφήνει αποτύπωμα, που συνδέει στιγμές, μνήμες, παρέες.

Πάνω σε τι δουλεύετε αυτή την εποχή;

Ετοιµάζω ένα άλµπουµ που λέγεται «Γη της Ιωνίας» µε αφορµή τα εκατό χρόνια από την καταστροφή της Σµύρνης. Εχω µελοποιήσει µε την Εστουδιαντίνα ποιήµατα από τον Παλαµά έως σήµερα τα οποία αφορούν την περιοχή από το ταξίδι του Οδυσσέα µέχρι τις µέρες µας που τα παράλια της Μικράς Ασίας µατώνουν τον πλανήτη µας. Αναφέροµαι στο προσφυγικό ζήτηµα. Γίνεται ό,τι γίνεται κι εµείς κάνουµε συνόδους κορυφής. Πάνε οι αρµόδιοι µε πέντε συµβούλους και συζητάνε το ζήτηµα στην Ευρωβουλή, έπειτα συνεχίζουν για µπράντι, προκύπτει κάποιο άλλο ζήτηµα για συζήτηση και στο µεταξύ ο κόσµος πνίγεται, σφαγιάζεται και ζει στοιβαγµένος σε ένα στρέµµα γης. Είµαστε πολύ χειρότεροι από αυτό που έγινε στη Σµύρνη.

Τι µπορεί να κάνει ο µέσος άνθρωπος;

∆υστυχώς όχι πολλά. Μπορεί να ευαισθητοποιείται και να µιλάει ανοιχτά. Να απαγκιστρωθεί από αυτό που του σερβίρουν.

Η µουσική ενώνει τους λαούς;

Είναι η µοναδική γλώσσα µε την οποία µπορούµε να επικοινωνήσουµε. Η µουσική είναι ένας κόσµος που δεν θέλει plan b και plan c. Μιλάνε τα πουλιά, τα δέντρα, τα φύλλα, η ψυχή, η καρδιά. Η µουσική καταργεί κάθε διάκριση. Για όλους λειτουργεί το ίδιο είτε είσαι φτωχός είτε πλούσιος. Ισως είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός.

INFΟ

Ο Ανδρέας Κατσιγιάννης με την Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας και η Αλκηστις Πρωτοψάλτη θα εμφανιστούν «Με άρωμα Ανατολής» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (6 & 7/3) και το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (12 & 13/3).

Στις 9/5 ο Ανδρέας Κατσιγιάννης είναι προσκεκλημένος της Συμφωνικής Ορχήστρας Σμύρνης για να παρουσιάσει για πρώτη φορά το έργο του «Γη της Ιωνίας».

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε το site: andreaskatsigiannis.gr

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.