Ανατροπή του πολιτικού κλίματος προμηνύουν οι δημοσκοπήσεις

Πολιτικά βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Δύο χρόνια μετά τις εκλογές και η κυρίαρχη μέχρι χτες κυβερνητική πολιτική αρχίζει να προκαλεί δυσαρέσκεια και να απορρίπτεται από τους πολίτες.

Γιάννης Μυλόπουλος 23/06/2021 | 22:04

Αν η πρόθεση ψήφου στις δημοσκοπήσεις αποτυπώνει μια φωτογραφία της εκάστοτε στιγμής, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους αντίθετα, ενέχουν προβλέψεις αυτών που κυοφορούνται και που πρόκειται να συμβούν στο άμεσο μέλλον.

Όσο δηλαδή η πρόθεση ψήφου αντανακλά και απεικονίζει το πολιτικό κλίμα της στιγμής, τόσο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, η γνώμη δηλαδή και οι προθέσεις, η τυχόν δυσαρέσκεια και ο βαθμός εμπιστοσύνης που εκφράζουν οι ερωτώμενοι για τις πολιτικές εξελίξεις, για τα κόμματα και τους πολιτικούς, αποκαλύπτουν όσα κυοφορούνται σήμερα και θα εκδηλωθούν στο άμεσο μέλλον.

Η πρόσφατη δημοσκόπηση της ALCO για το OPEN, που διεξήχθη 15 – 19 Ιουνίου, αλλά και η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου του πρόσφατου Μαρτίου και Απριλίου, η οποία ως προερχόμενη από το Ευρωκοινοβούλιο θεωρείται ουδέτερη, αντικειμενική και αξιόπιστη, είναι και οι δύο απολύτως αποκαλυπτικές όσον αφορά στην εν εξελίξει ανατροπή του μέχρι τώρα θεωρούμενου παγιωμένου πολιτικού κλίματος.

Η δημοσκόπηση της ALCO αποκαλύπτει ότι το 54% των πολιτών εκφράζει σήμερα δυσαρέσκεια για τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, για τα μέτρα και τις αποφάσεις δηλαδή της κυβέρνησης κατά την περίοδο της πανδημίας και είναι δηλωτική μιας αλλαγής της στάσης των πολιτών απέναντι στην
κυβέρνηση και την πολιτική της όλον αυτό τον καιρό.

Η επικοινωνιακή διαχείριση της υγειονομικής κρίσης και η άρνηση της κυβέρνησης να υποστηρίξει και να ενισχύσει το ΕΣΥ, όπως εκδηλώθηκε τόσο με τη συστηματική υποκαταγραφή της νόσου προκειμένου να ανακοινώνονται παραπλανητικά νούμερα κρουσμάτων, ανάλογα με την συγκυρία, όσο και με τους πολλούς θανάτους εκτός ΜΕΘ, αλλά και με τα μεγάλα ποσοστά θανάτων ανά κρούσμα σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές χώρες, δυσαρέστησαν τους πολίτες που αντιλήφθηκαν την υποκρισία πίσω από την προπαγάνδα των ΜΜΕ και την κυβερνητική αδιαφορία για την υποστήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας και μέσω αυτού και την αδιαφορία για την ίδια την υγεία και τη ζωή τους.


Αλλά και όσον αφορά στο υποτιθέμενα «δυνατό» σημείο της κυβέρνησης, στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, χάριν του οποίου εκδηλώθηκε φέτος το χειμώνα μια πρωτόγνωρη επίθεση βίας και αυταρχισμού σε βάρος των πολιτών στους δρόμους, στις πλατείες και στα πανεπιστήμια, η δημοσκόπηση αποκαλύπτει ανατροπή όσων μέχρι τώρα πιστεύαμε, καθοδηγούμενοι παραπλανητικά από την προπαγάνδα των ΜΜΕ.

Το 48% των πολιτών αισθάνεται περισσότερη ανασφάλεια σήμερα σε σχέση με την περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, έναντι ενός μόλις 12% που αισθάνεται σήμερα περισσότερη ασφάλεια από ό,τι δύο χρόνια πριν. Με ένα 33% να δηλώνει ότι το αίσθημα ασφάλειας που νιώθει είναι το ίδιο.
Ακόμη δηλαδή και μέσα στην έδρα της αυταρχικής κυβέρνησης του δόγματος «νόμος και τάξις», στον τομέα της ασφάλειας δηλαδή, οι πολίτες δηλώνουν δυσαρέσκεια για όσα σήμερα συμβαίνουν και εκφράζονται θετικά ως προς το αίσθημα ασφάλειας που ένιωθαν την περίοδο που στην κυβέρνηση βρίσκονταν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Τζάμπα πήγε, δηλαδή, τόσο ξύλο σε πλατείες και πανεπιστήμια. Η αύξηση της εγκληματικότητας ανέδειξε και πάλι επικοινωνιακή διαχείριση, υποκρισία, κατασκευή εικονικών προβλημάτων και τελικά αδιαφορία για τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Η δημοσκόπηση της ALCO αποκαλύπτει όμως και την αντίθεση των πολιτών απέναντι στο νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, ανάλγητο κοινωνικά και οπισθοδρομικό πολιτικά εργασιακό νομοσχέδιο της κυβέρνησης, κατά παραγγελία των εργοδοτών του ΣΕΒ, το οποίο παρουσιάστηκε δήθεν σαν μεγάλη πρόοδος και σημαντική μεταρρύθμιση.

Το επικοινωνιακό αφήγημα Χατζηδάκη – Μητσοτάκη, ότι δήθεν δηλαδή η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η διευθέτηση του ωραρίου εργασίας με ατομική συμφωνία εργαζόμενου – εργοδότη θα λειτουργήσει θετικά για τους εργαζόμενους, καταρρίπτεται στη δημοσκόπηση, καθώς το 55% των πολιτών απαντούν ότι θα λειτουργήσει αρνητικά, έναντι ενός μόλις 28% που απαντούν ότι θα λειτουργήσει θετικά.

Γεγονός που δηλώνει ότι οι Έλληνες είναι περισσότερο πολίτες που σκέπτονται, κρίνουν και αξιολογούν και λιγότερο ιδιώτες και παθητικοί τηλεθεατές, όπως θέλει να τους μετατρέψει η κυβέρνηση της Δεξιάς.

Η αποδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής από τη μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και η υποστήριξή της, αντίστοιχα, από μειοψηφικά πλέον ποσοστά, αποτελούν τα μεγάλα ευρήματα της έρευνας που αποκαλύπτουν και τις πολιτικές αλλαγές που έρχονται στο άμεσο μέλλον.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πρόσφατης δημοσκόπησης της ALCO είναι απολύτως συμβατά με τα αποτελέσματα της τελευταίας έρευνας του Ευρωβαρόμετρου, στην οποία το 80% των ερωτώμενων δηλώνει δυσαρέσκεια απέναντι στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, για την οποία δηλώνουν είτε ότι έχει ήδη επηρεάσει, είτε ότι φοβούνται ότι σύντομα θα επηρεάσει την οικονομική τους κατάσταση.

Και επιπλέον, στην ίδια έρευνα, ένα 63% των πολιτών δηλώνει δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική, όσον αφορά στον τρόπο που λειτουργεί σήμερα στη χώρα η Δημοκρατία. Αναφερόμενοι, προφανώς, στον έλεγχο και τη χειραγώγηση των ΜΜΕ, στην κατάργηση της πολυφωνίας και της ελεύθερης έκφρασης, στον αυταρχισμό και στην κατάργηση ακόμη και της Ευρωπαϊκής παράδοσης της ακαδημαϊκής αυτοδιοίκησης.

Η ανατροπή στη μέχρι σήμερα θεωρούμενη παγιωμένη πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι πλέον προ των πυλών.

Η τάση αυτή έχει αρχίσει να εκδηλώνεται ακόμη και στην πρόθεση ψήφου, από τα μειωμένα ποσοστά εκείνων που δηλώνουν προτίμηση στη ΝΔ, έναντι των ελαφρώς αυξημένων εκείνων που δηλώνουν προτίμηση στον ΣΥΡΙΖΑ. Κι ακόμη, η τάση ανατροπής εκδηλώνεται και με τη μείωση των ποσοστών αποδοχής του πρωθυπουργού, όσο και με τις ισχυρά αρνητικές γνώμες για κορυφαίους υπουργούς της κυβέρνησης.

Πολιτικά βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Δύο χρόνια μετά τις εκλογές και η κυρίαρχη μέχρι χτες κυβερνητική πολιτική αρχίζει να προκαλεί δυσαρέσκεια και να απορρίπτεται από τους πολίτες.

Το αν η κυοφορούμενη ανατροπή του πολιτικού σκηνικού θα αρχίσει να εκδηλώνεται ως πολιτική αντίθεση στην κυβέρνηση μετά το καλοκαίρι και πολύ περισσότερο, αν θα βρει πολιτική έκφραση στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δείχνει μεγάλη ανθεκτικότητα και διατηρεί τα υψηλά, για αξιωματική αντιπολίτευση, ποσοστά του, σε πείσμα όσων έβλεπαν καταβαράθρωση, εξαφάνιση κλπ, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Που αυτό το καλοκαίρι θα αντιμετωπίσει τη μεγάλη πρόκληση να μετουσιώσει σε θετική ψήφο υπέρ του την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στην κυβέρνηση.

Που σημαίνει δύο πράγματα.

Πρώτον, διαρκές σφυροκόπημα της κυβερνητικής πολιτικής και καθημερινή ανάδειξη του πραγματικού προσώπου της κυβέρνησης.

Και δεύτερον, παρουσίαση μιας νέας προοδευτικής προγραμματικής συμφωνίας με την κοινωνία, αναδεικνύοντας την αριστερή και προοδευτική πολιτική που εκπροσωπεί ως την κυρίαρχη εναλλακτική πρόταση που θα οδηγήσει στην πολιτική αλλαγή.

Ο μισός δρόμος έχει καλυφθεί. Η κυβέρνηση έδωσε ό,τι είχε να δώσει, προκαλώντας λαϊκή δυσαρέσκεια.

Μένει τώρα και ο ΣΥΡΙΖΑ να πείσει ότι αποτελεί την ισχυρή, ρεαλιστική και βιώσιμη εναλλακτική πολιτική πρόταση για τη χώρα.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr