Aγία Φανφάρα: Η μπάντα που φέρνει στην πόλη τον διονυσιασμό των Βαλκανίων

Με τους µουσικούς της Αγίας Φανφάρας συναντηθήκαµε σε µια ταράτσα του Μεταξουργείου και µιλήσαµε για την ελευθερία της µουσικής του δρόµου, την πόλη που δηµιουργεί νέες κοινωνικές σχέσεις και συγκρούσεις και τις αντιφάσεις που γέννησε η εποχή της πανδηµίας.

Ηλέκτρα Ζαργάνη 14/06/2020 | 11:00

«Οι πιστοί της Αγίας Φανφάρας δεν κολλάνε τον ιό. Είναι αγία η Φανφάρα και ο χαλκός έχει αντιµικροβιακές ιδιότητες» λένε γελώντας στο Documento προς το τέλος της συνάντησης σχολιάζοντας την περίπλοκη κοινωνική πραγµατικότητα και τους αντιφατικούς κυβερνητικούς χειρισµούς.

Η Αγία Φανφάρα γεννήθηκε µέσα από τα ταξίδια και την αγάπη για τους ρυθµούς των Βαλκανίων. «Οι περισσότεροι από εµάς είµαστε πολλά χρόνια φίλοι και γείτονες. Συµµετείχαµε σε διαφορετικά µουσικά σχήµατα και τα χάλκινα αποτέλεσαν αφορµή για να βρεθούµε όλοι µαζί σε ένα εγχείρηµα. Κάποιοι δεν ήξεραν τα όργανα όταν δηµιουργήθηκε η µπάντα και ξεκίνησαν να µαθαίνουν από το µηδέν. Ταξιδεύαµε από παλιά στη βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια για να ακούσουµε χάλκινα. Και αφού µας άρεσε να ακούµε αυτήν τη µουσική, αποφασίσαµε να δηµιουργήσουµε το δικό µας σχήµα. Υπήρχε µεγάλη δίψα στην πόλη γι’ αυτό τον ήχο. Η πρωτοβουλία µας βρήκε αµέσως ανταπόκριση στον κόσµο που είχε ανάγκη από το διονυσιακό στοιχείο. Παίζουµε σε δρόµους και πλατείες, φεστιβάλ και συναυλίες αλληλεγγύης. Είναι σχεδόν εθιστικό να βλέπεις τα συναισθήµατα που δηµιουργούνται σε ανθρώπους διαφορετικών φύλων, τάξεων και ηλικιών» αναφέρουν στο Documento τα µέλη της Αγίας Φανφάρας.

Η µπάντα κινείται πάνω στους ξεσηκωτικούς ρυθµούς των Βαλκανίων που γεννούν αληθινές στιγµές και βιώνονται µέσα στο παρόν. «Το ρεπερτόριό µας είναι συγκεκριµένο. Παραδοσιακά ελληνικά, ρυθµοί της βόρειας Ελλάδας, βαλκανικά τραγούδια, σέρβικα, ρουµάνικα και κοµµάτια που έχουν γίνει πολύ γνωστά από τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Η βαλκανική µουσική χαρακτηρίζεται από τρέλα και µια ιδιαίτερη ελευθερία. Οι Tσιγγάνοι έχουν επηρεάσει πολύ τον ψυχισµό της. Υπάρχει η µείξη της ∆ύσης και της Ανατολής, η ένταση του χαλκού που σε κυκλώνει. Μας είναι γνώριµα αυτή η ρυθµολογία και το άκουσµα από τα Βαλκάνια. Μια ζωή την έχουµε, αυτή είναι η φιλοσοφία. Ενα µοτίβο που σε βάζει να ζήσεις στο τώρα».

Το όραµα για την πόλη και η µαγεία του δρόµου

Η µουσική του δρόµου δηµιουργεί ανοιχτά πεδία διεκδίκησης στους δηµόσιους χώρους. «Υπάρχει µια λέξη που µας τρέφει στον δρόµο. Η αλληλεγγύη. Στηριζόµαστε στην αλληλεγγύη και αυτό είναι που δίνει τεράστιο νόηµα σε αυτό που κάνουµε. Ο δρόµος είναι µέσο βιοπορισµού αλλά και κοµµάτι ενός συνολικού οράµατος. Αλληλεγγύη από την πλευρά του κράτους δεν περιµέναµε. Εχουµε µάθει να µη ζητάµε, αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν πρέπει και να διεκδικούµε. Η µουσική του δρόµου έχει ιδιαίτερη αµεσότητα. Χαρίζεις την τέχνη σου σε όποιον θέλει να σταµατήσει και να την απολαύσει. Ο κόσµος είναι ελεύθερος να συνεχίσει το περπάτηµά του, να συµµετάσχει στο γλέντι χωρίς να αφήσει χρήµατα ή να προσφέρει στο κουτί ελεύθερης συνεισφοράς».

Τα µέλη της Αγίας Φανφάρας πιστεύουν ότι σε κάθε πόλη συγκρούονται δύο διαφορετικά οράµατα. «Το ένα όραµα αντιµετωπίζει την πόλη σαν έναν εµπορευµατοποιηµένο χώρο γεµάτο κτίρια, µαγαζιά και δρόµους. Υπάρχει όµως και µια µεγάλη µερίδα κόσµου που θέλει να αντιµετωπίζει την πόλη ως πολύπλευρο πεδίο γεµάτο ερεθίσµατα. Εµείς φανταζόµαστε µια άλλη πόλη και κινούµαστε προς τα εκεί. Αυτό µας δίνει ώθηση. Η µαγεία του δρόµου και της χαράς που παίρνεις και δίνεις. Πρόκειται για σύγκρουση δύο οραµάτων. Εκεί είναι το πρόβληµα µε τους κυβερνώντες και την αστυνόµευση. Εκεί είναι όµως και η σύνδεση µε αυτούς που µας αγαπάνε και καταλαβαίνουν το όραµά µας. Θέλουµε η µουσική να διαχέεται παντού. ∆ιασκέδαση δεν είναι µόνο τα µπαρ και οι καφετέριες. ∆ιασκέδαση είναι να κάτσεις σε έναν πεζόδροµο, να ακούσεις µια µπάντα, να δεις ένα δρώµενο, να χαζέψεις ένα γκραφίτι. Μια µορφή τέχνης που έρχεται σε αντίθεση µε την κυρίαρχη αφήγηση».

Τα σχέδια ανάπλασης της πόλης το επόµενο διάστηµα θα οξύνουν τις αντιθέσεις. «Θα υπάρξει µια διαµάχη διεκδίκησης του δηµόσιου χώρου. Καλοί οι πεζόδροµοι και οι ποδηλατόδροµοι και τα ωραία λόγια, αλλά τι εξυπηρετούν; Για παράδειγµα, στου Ψυρρή έγιναν πολλές πεζοδροµήσεις, η περιοχή όµως γέµισε τραπεζοκαθίσµατα. Εµείς πάντως θα βάλουµε το χεράκι µας σε κάθε πεζοδρόµιο. Μένει να δούµε πού θα ισορροπήσει όλο αυτό».

Η παγωνιά της Καστοριάς και η Αγία… Βαρβάρα

Οι ιστορίες της Αγίας Φανφάρας είναι δεµένες µε τους ανθρώπους και µε όσα συµβαίνουν στις γωνιές της πόλης. «Τα Χριστούγεννα ταξιδεύει στην Αθήνα πολύς κόσµος από την επαρχία. Οταν παίζουµε παραδοσιακά τραγούδια στην Ερµού όλοι χορεύουν γιατί ακούνε µελωδίες από τα µέρη τους. Η ερώτηση “από πού είστε, παιδιά;” είναι από τις πιο συνηθισµένες που µας κάνουν. Οταν απαντάµε ότι είµαστε από το Μεταξουργείο οι περισσότεροι εκπλήσσονται. Στο παρελθόν είχαµε πάρει µέρος σε παραδοσιακό φεστιβάλ που διοργανώνεται κάθε χρόνο στην Καστοριά µε χάλκινα από όλα τα Βαλκάνια. Αυτό ήταν µεγάλο στοίχηµα για εµάς γιατί αυτοί οι µουσικοί γεννήθηκαν µε τα χάλκινα στο χέρι. Ευτυχώς αγκάλιασαν την προσπάθειά µας. Παίξαµε µουσική στους -17 βαθµούς. Με τόσο κρύο µόλις σταµατήσεις να παίζεις έστω και για λίγο παγώνουν τα όργανα. Ηταν µοναδική εµπειρία».

Το όνοµα της µπάντας προέκυψε σχεδόν τυχαία έπειτα από αρκετό καιρό. «Στο παρελθόν ο κόσµος µας αποκαλούσε “Tα χάλκινα του Μεταξουργείου”. Το όνοµα µας έσκασε σαν θαύµα. Αυτό που συµβαίνει µε την µπάντα είναι ένα µικρό θαύµα και κάποιες φορές δεν το πιστεύουµε ούτε εµείς. Οι πιο µεγάλοι µάς ρωτάνε συνέχεια “Αγία Βαρβάρα λέγεστε;”. “Αγία Φανφάρα” τους απαντάµε».

Η µπάντα στέκεται δίπλα στα κοινωνικά κινήµατα και στις διεκδικήσεις. «Ασχολούµαστε µε τις κοινωνικές ανισότητες, το περιβάλλον, το προσφυγικό, τον φασισµό και την αλληλεγγύη. Η ψυχή µας θέλει να είµαστε µέσα σε όλα αυτά γιατί είναι πολλές οι δράσεις και τα κινήµατα. Με τις δυνάµεις που έχουµε συµµετέχουµε όπου µπορούµε».

Η κουβέντα µας πέρασε στην κρατική διαχείριση κατά τη διάρκεια της πανδηµίας. «Η κυβέρνηση προωθεί ένα µετασουρεαλιστικό κίνηµα και εµείς προσπαθούµε να το παρακολουθήσουµε. Είναι γνωστό ότι σε κάποιες πλατείες κολλάει ο ιός, ενώ σε άλλες δεν κολλάει. Αυτό µε τις αποστάσεις έχει αποδειχθεί πολύ ευλύγιστη πρακτική ανάλογα µε τα συµφέροντα. Το επόµενο διάστηµα θα δοκιµάσουµε τα όρια του συστήµατος. Σε κάποιες εξορµήσεις που κάναµε αυτές τις µέρες δεν αντιµετωπίσαµε προβλήµατα. Η πραγµατικότητα είναι ρευστή και εµείς κινούµαστε µέσα σε αυτή. ∆εν έχει χαθεί ο αυθορµητισµός. Είµαστε κοινωνικά όντα. Είναι πολύ σηµαντικό να νιώθουµε ζωντανοί. Η µουσική λειτουργεί ως αφύπνιση. Χρειαζόµαστε τέτοιες ανάσες και πρέπει να ξυπνάµε ο ένας τον άλλο. Γιατί κάποιοι µπορεί να µην ξαναβγούν ποτέ από το σπίτι τους».

 

Καταστολή, νοµικό πλαίσιο και εξευγενισµός

Οι καλλιτέχνες του δρόµου παραµένουν αόρατοι για τις κυβερνήσεις, ενώ συχνά βρίσκονται αντιµέτωποι µε την καταστολή. «Μέχρι πρόσφατα βρισκόµασταν στο στόχαστρο για επαιτεία. Παρόλο που αυτό άλλαξε, συχνά κατηγορούµαστε για κατάληψη δηµόσιου χώρου και διατάραξη της κοινής ησυχίας. Κάποιοι ιδιοκτήτες καταστηµάτων θεωρούν ότι οι άνθρωποι που παίζουν µουσική στον δρόµο υποβαθµίζουν την περιοχή τους. Καµιά φορά µας λένε: “Είστε ωραίοι, οµορφαίνετε τη µέρα µας και καλά κάνετε, αλλά σας παρακαλούµε αποµακρυνθείτε από εδώ”. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία οι καλλιτέχνες δρόµου αντιµετωπίζονται µε σεβασµό. Την τελευταία λέξη όµως την έχει ο κόσµος που µας δέχεται, µας αγκαλιάζει και περνάει καλά».

Αυτή την εποχή βγήκαν στην επιφάνεια διεκδικήσεις για χιλιάδες εργαζόµενους στον χώρο του πολιτισµού. «Η κυβέρνηση κλείνει τα αυτιά στο πρόβληµα. Χιλιάδες άνθρωποι αποκλείστηκαν από την οικονοµική ενίσχυση, αλλά το πιο σηµαντικό είναι η γενικότερη εργασιακή συνθήκη που είχε επικρατήσει. Οι περισσότεροι είµαστε µουσικοί του δρόµου. Πώς θα µπορούσαµε να έχουµε συγκεντρώσει τόσο πολλά ένσηµα για να πάρουµε την ενίσχυση; Επίσης, υπάρχει ένα µεγάλο κενό νόµου. Κάποτε είχε πραγµατοποιηθεί µια απόπειρα να δηµιουργηθεί ένα δίκτυο καλλιτεχνών δρόµου. Είχαµε µιλήσει σε δηµοτικά συµβούλια, είχαµε οργανώσει κάποιες παρεµβάσεις. ∆εν θέλαµε να υπάρχουν άδειες που θα δηµιουργούσαν διαχωρισµούς ανάµεσα στους µουσικούς. Ζητούσαµε να λειτουργούν όλα στο πλαίσιο της αυτορρύθµισης. Η αστυνοµία θα έπρεπε να είναι ο τελευταίος φορέας που επεµβαίνει. Τελικά δεν προχώρησε αυτή η προσπάθεια και συνεχίσαµε να διεκδικούµε στον δρόµο την ελευθερία µας».

Στο τέλος µιλήσαµε για την πλούσια σε ερεθίσµατα γειτονιά του Μεταξουργείου και τις αλλαγές που έχουν επέλθει. «Πριν από δέκα χρόνια βρήκαµε τη γειτονιά ελεύθερη από νοήµατα και καταφέραµε να τις δώσουµε αρκετά. Ετυχε όµως το Μεταξουργείο να βρίσκεται κοντά στην Ακρόπολη. Τα νοήµατα άλλαξαν. Ηρθαν ο τουρισµός, τα µαγαζιά, το κέρδος, το Airbnb. Οταν µια γειτονιά αποκτάει προσωπικότητα γίνεται της µόδας και έτσι ξεκινάει ο εξευγενισµός. Το ολοκληρωτικό χτύπηµα ήταν η µαζική αγορά διαµερισµάτων τα οποία άδειασαν µέσα σε έξι µήνες µε σκοπό να µεταπουληθούν στην ασιατική αγορά. Οι κάτοικοι έµειναν απροστάτευτοι από αυτό τον τυφώνα και το νοµικό πλαίσιο δηµιούργησε τις προϋποθέσεις για να ξεπουληθούν τα πάντα. Η γειτονιά ήταν κάποτε µια µεγάλη πηγή και εµείς συνεχίζουµε να διεκδικούµε αυτό τον χώρο».