Αγγελική Αδαμοπούλου: Εξαρχής υποψιαζόμουν την άρση ασυλίας μου

Η βουλευτής του ΜέΡΑ25 τονίζει πως μόνο με την παρούσα κοινοβουλευτική σύνθεση θα μπορούσε να συμβεί μια τέτοια εκτροπή, μια κυνική μικροπολιτική δοσοληψία.

Λένα Χουρμούζη 23/12/2020 | 07:44

"Είναι γνωστοί αυτοί οι μπαχαλάκηδες. Είναι γνωστοί και στην Ελληνική Αστυνομία. Συχνά είναι τα ίδια τα αστυνομικά όργανα, τα οποία ως κουκουλοφόροι θα ρίξουν μια μολότοφ για να διαλύσουν τη διαδήλωση. Πραγματικά, ρητορικό το ερώτημα: γιατί δεν εξαρθρώνονται, γιατί δεν προβαίνετε σε πολύ πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να τους εντοπίσετε;». Αυτή η τοποθέτηση της Αγγελικής Αδαμοπούλου, βουλευτού του ΜέΡΑ25, από το βήμα της Βουλής στις 2 Ιουλίου έθιξε την Ένωση Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία προσέφυγε στη δικαιοσύνη με μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Πέντε μήνες μετά οι συνάδελφοι, βουλευτές, της κ. Αδαμοπούλου, ήραν την ασυλία της παραπέμποντας την υπόθεση στα τακτικά δικαστήρια.

Ήταν κάτι που το περιμένατε; Γιατί πιστεύετε ότι οι συνάδελφοι σας, νομοθέτες, αισθάνθηκαν την ανάγκη να “προστατεύσουν” υπαλλήλους του Δημοσίου, μέλη της ελληνικής Αστυνομίας;

Κρίνοντας από την εν γένει στοχοποίηση της Αριστεράς και των κινημάτων της από την κυβέρνηση, η αλήθεια είναι ότι την πορεία της υπόθεσής μου κατά το σκέλος το οποίο αφορά τη Βουλή την υποψιαζόμουν εξαρχής. Στη συνεδρίαση της Επιτροπής διαφάνηκε από πολύ νωρίς η επερχόμενη εξέλιξη, η οποία επικυρώθηκε τελικά στην Ολομέλεια, παρά τον σθεναρό, ομοιόμορφο, και σχεδόν ομόφωνο αντίλογο εκ μέρους της αντιπολίτευσης. Μόνο με την παρούσα κοινοβουλευτική σύνθεση, συνεπώς, θα μπορούσε να λάβει χώρα μια τέτοια εκτροπή και να εγκαθιδρυθεί ένα τόσο επικίνδυνο κοινοβουλευτικό προηγούμενο. Η ανάγκη να συνταχθούν οι 158 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και οι 4 του ΚΙΝ.ΑΛ. με τους διώκτες μου αλλά και με αβάσιμα νομικά επιχειρήματα συνδέεται προφανώς με την προσδοκία τους να εξαργυρώσουν τη στάση τους αυτή στην επόμενη κάλπη, δηλαδή με μια κυνική μικροπολιτική δοσοληψία με τον συγκεκριμένο χώρο.

Κατά πόσο εκτιμάτε ότι το κυβερνών κόμμα και κυβέρνηση δείχνει να έχει επηρεαστεί από τη συγκέντρωση της 7ης Οκτωβρίου, έξω από το Εφετείο Αθηνών;

Έχω την εντύπωση ότι η μαζικότητα και ο παλμός της συγκέντρωσης αιφνιδίασαν και ενόχλησαν τόσο τη Νέα Δημοκρατία όσο και τα στελέχη της Κυβέρνησης, ακριβώς γιατί απέδειξαν με τον πιο ηχηρό τρόπο ότι η καρδιά της Αριστεράς και των αξιών της εξακολουθεί να χτυπά δυνατά στην κοινωνία. Αυτή είναι μια παραδοχή που προκαλεί αγωνία σε συγκεκριμένα κέντρα και παράγοντες, και ο εμφανής εκνευρισμός τους αποκαλύφθηκε περίτρανα όταν άνοιξαν εντελώς απρόκλητα και αδικαιολόγητα οι “Αύρες” εναντίον των συγκεντρωμένων. Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η απώλεια της ψυχραιμίας που η ΕΛ.ΑΣ. στο δελτίο τύπου της έφτασε στο σημείο να παρουσιάσει μια εικόνα τόσο κατάφωρα ψευδή και ανυπόστατη που κατάργησε την εξόφθαλμη αλήθεια. Βέβαια, η διαχείριση αυτή δεν είναι καινοφανής εκ μέρους της Κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας, αφού από τις πρώτες μέρες διακυβέρνησης πορεύονται με το γνωμικό: “αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.”

Βλέπετε τα φαινόμενα και οι καταγγελίες για αύξηση της αστυνομικής βίας να συνδέονται με την υγειονομική κρίση αλλά και την επιβολή των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία;

Προφανώς και υφίσταται η σύνδεση στην οποία αναφέρεστε, αλλά θα την χαρακτήριζα ευκαιριακή. Για να γίνω πιο συγκεκριμένη: η κυβέρνηση θα εργαλειοποιούσε ούτως ή άλλως οποιαδήποτε συνθήκη για να ενεργοποιήσει σε κάθε ευκαιρία τον μακρύ και βαρύ βραχίονα της κρατικής καταστολής. Η πανδημία, λοιπόν, έγινε στα χέρια του Μαξίμου άλλη μια τέτοια συνθήκη, και μάλιστα εξαιρετικά βολική. Ως προς τη μακροσκοπική θέαση της αστυνομικής βίας στη χώρα μας η κατάσταση είναι πραγματικά απογοητευτική, αλλά ακόμη πιο απελπιστική είναι η πλήρης ανυπαρξία βούλησης να αλλάξει κάτι. Δεν χρειάζονται αναλύσεις επί αναλύσεων όταν τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους, και δυστυχώς τα δεδομένα είναι και πολλά και αποκαρδιωτικά.

Ελλάς, Γαλλία… συμμαχία; Είναι πλέον πανευρωπαϊκή η τάση προστασίας, ασυλίας προς τις δυνάμεις καταστολής και η πίεση προς τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για τους πολίτες;

Φαίνεται πως η συγκεκριμένη τάση αμερικανικής προέλευσης επεκτείνεται με βήμα γοργό σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μια νεοσυντηρητική αντίληψη σε ευθεία σύνδεση με ακροδεξιά ιδεολογήματα, σύμφωνα με την οποία η αστυνομία και οι δυνάμεις καταστολής χάνουν τον θεμελιακό τους άξονα ως προστάτες της νομιμότητας και του κοινού συμφέροντος και μετασχηματίζονται σε προσωπικούς στρατούς των Κυβερνήσεων. Εκεί οδηγούν αναπόδραστα οι απλοϊκές μανιχαϊστικές λογικές του νεοσυντηρητισμού και του νεοφιλελευθερισμού που διαχωρίζουν σε “εμείς και οι άλλοι” στα πρότυπα του “πας μη ων μεθ’ ημών, καθ’ ημών εστί.” Η διαφορά μας, ωστόσο, με τη Γαλλία είναι ενδεικτική της διαφοράς πολιτικού πολιτισμού μεταξύ των δύο χωρών: υπό την πίεση των κινημάτων, η γαλλική κυβέρνηση απέσυρε από το σχέδιο νόμου την επίμαχη διάταξη για τις συσκευές οπτικοακουστικής καταγραφής των αστυνομικών. Έτσι πράττουν κυβερνήσεις που αντιλαμβάνονται ότι η λαϊκή εντολή δεν παρέχεται άνευ όρων ως λευκή επιταγή μέχρι τις επόμενες εκλογές, ότι η σχέση κοινωνίας και εξουσίας είναι δυναμική, διαπλάθεται καθημερινά και εμπλουτίζεται διαρκώς με νέα δεδομένα. Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση, ορμώμενη από την ιδιοκτησιακή αντίληψή της για την εξουσία, θεωρεί ότι μια μαζική διαμαρτυρία πολιτών θίγει τα φανταστικά αναφαίρετα προνόμιά της και πλήττει το τάχα αλάθητο και τη δήθεν αριστεία της. Συμπεριφέρεται, δηλαδή, όχι σαν σοβαρός και υπεύθυνος προσωρινός διαχειριστής μιας δανεικής από το λαό εξουσίας, αλλά σαν κακομαθημένο εύθικτο νήπιο που τα θέλει όλα δικά του.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση η λέξη που δείχνει να εκφράζει περισσότερο την ελληνική κοινωνία είναι ο “φόβος”. Ποιος φόβος πιστεύετε εσείς ότι διακατέχει την ελληνική κοινωνία;

Μετά από μια δεκαετία συντριπτικής κρίσης και χωρίς να διαφαίνεται έξοδος από το τούνελ της φτωχοποίησης και της κοινωνικής αποδιοργάνωσης για τη δουλοπαροικία μας, ίσως θα έπρεπε να αναζητούμε ποιος φόβος δεν μας διακατέχει τελικά. Με λίγα λόγια, ο φόβος μας έχει γίνει βαθιά υπαρξιακός, και συνεπώς εμπεριέχει όλες τις κρίσιμες προεκτάσεις της καθημερινότητάς μας. Νέα ζευγάρια δεν κάνουν οικογένεια γιατί φοβούνται πως δε θα μπορούν να ανταποκριθούν στον πολυδιάστατο ρόλο της γονεϊκότητας, η εργασιακή επισφάλεια θερίζει, οι πολυδιαφημισμένες αλλά πενιχρές επενδύσεις ανακυκλώνονται σε ένα σύμπαν ολίγων, στις συντάξεις έρχεται κι άλλο «ψαλίδι», η Παιδεία και η Υγεία διαρκώς υποβαθμίζονται, η αξιοκρατία αναζητείται, οι θεσμοί διαβρώνονται. Η χώρα ολόκληρη περιέπεσε σε μια λογική “μεροδούλι-μεροφάι”, η οποία μόνο σε έναν προορισμό οδηγεί: στον καθολικό φόβο για το αύριο.

Πηγή: kosmodromio.gr