Αγάθωνας: «Είμαι ένας αρχαιολόγος του ρεμπέτικου που όμως δεν το άφησε στο μουσείο»

Μία ανέκδοτη συνομιλία με τον ερμηνευτή και ερευνητή του ρεμπέτικου, που έφυγε χθες από τη ζωή στα 65 του χρόνια

Αντώνης Μποσκοΐτης 06/08/2020 | 14:37

Τον πρωτοείδα να τραγουδάει το 1994, στα 20 μου, όταν είχα ανέβει για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Στη μουσική σκηνή «Γλεντί Κουλέ» του ηθοποιού Τερζόπουλου, μαζί με τον Παντελή Θεοχαρίδη, παιδί κι αυτός δίπλα του τότε, στον ίδιο χώρο που θα έβλεπα επί σκηνής τη Μαριώ και τη Σοφία Εμφιετζή. Αργότερα, τον συνάντησα στην Αθήνα, στα γραφεία της εταιρείας «Eros» του Στέλιου Φωτιάδη, του ανθρώπου που- ομολογουμένως- τον στήριξε πολύ δισκογραφικά. Τον είχα δει ακόμη να τραγουδάει σε συναυλία του Μανώλη Ρασούλη, ενώ καμιά φορά μου μιλούσε γι' αυτόν ο Στελλάκης ο Βαμβακάρης: «Ο Αγάθωνας είναι άλλο φρούτο, παιδί δικό μας» θυμάμαι τα λόγια του Στέλιου. Στις αρχές του 2000 είχα την τύχη να καταγράψω μία συνομιλία μας εν είδει συνέντευξης για το περιοδικό «ΗΧΟΣ+HI-FI». Δεν προνόησα, δυστυχώς, να εκφωνήσω την ημερομηνία και τη χρονολογία, άρα σήμερα είναι αδύνατο να γνωρίζω πότε ακριβώς έλαβε χώρα η συγκεκριμένη συζήτηση μας. Υποθέτω πως αιτία θα ήταν η έκδοση του δίσκου του με τίτλο «Δημώδη άσματα με τον Αγάθωνα» το 2002, καθώς η συνέντευξη ξεκινούσε με ανάλογη ερώτηση - μία συνέντευξη ημιτελής και αδημοσίευτη μέχρι αυτή τη στιγμή, που την φέρνει στο φως η δυσάρεστη είδηση του ξαφνικού θανάτου του δημοφιλούς ερμηνευτή χθες μόλις στα 65 του χρόνια: 

Σας έβλεπα πρόσφατα στην τηλεόραση να τραγουδάτε ένα δημοτικό τραγούδι και μου έκανε εντύπωση, αφού επρόκειτο για στεριανό δημοτικό. 

Ως Μικρασιάτης αγαπώ εξίσου το στεριανό και το θαλασσινό δημοτικό τραγούδι. Θα σας έκανε εντύπωση μάλλον που με είδατε να τραγουδάω δημοτικό, ενώ με είχατε συνηθίσει στα ρεμπέτικα. Είναι πολλές οι κοινές ρίζες και εμένα τα πρώτα μου ακούσματα τις περιέχουν όλες, όντας παιδί προσφύγων. Φωνητικά, πάντως, θεωρώ ότι τα στεριανά έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ' τα θαλασσινά δημοτικά τραγούδια. 

Με ποιο τρόπο; Η θεματολογία ορίζει την ερμηνεία;

Μπορείς να το πεις κι αυτό. Υπάρχει μια γείωση στο στεριανό τραγούδι που δεν έχει σχέση με εικόνες αλλόκοτες που περιέχονται στα λεγόμενα τραγούδια του Αιγαίου. 

Αλλόκοτες;

«Μεσ' στου Αιγαίου τα νερά, τριαντάφυλλα σκορπίζουν»! Αυτό είναι σουρεαλισμός ξεκάθαρος! 

Παιδί προσφύγων απ' τη μια, η επαρχία Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης απ' την άλλη: Ένα ιδανικό background για κάθε λαϊκό τραγουδιστή ή κοντά στο λαό τουλάχιστον.

Μακριά από μένα τα...«μπαγκράουντ» (γέλια). Πάντα παίζει ρόλο το που μεγαλώνεις και πώς. Απ' τους ανθρώπους που επικοινωνείς για πρώτη φορά μέχρι τις πρώτες εικόνες που βλέπεις. Εσείς που γεννηθήκατε;

Β' Πειραιά, Κερατσίνι.

Και δεν έχετε εικόνες;

Σας θάμπωσα με το «μπαγκράουντ», μου φαίνεται...Έχω! Τον Καζαντζίδη να κυκλοφορεί ανάμεσα μας. Εγώ, όμως, δεν έμαθα να παίζω όργανα και να τραγουδάω.

Είναι ο δρόμος του καθενός. Γύρω στα 15 - 16 μου ανακάλυψα τα μουσικά όργανα και ξεπατίκωνα ότι άκουγα απ' τους παλιούς δίσκους. Αποτέλεσμα είναι να τραγουδάω σήμερα και να ασχολούμαι με το ρεμπέτικο, παίζοντας όμως όλο και καμιά κιθάρα, κάνα μπαγλαμαδάκι. 

Δηλώνετε αυτοδίδακτος, λοιπόν.

Τελείως! Στην ηλικία που σας έλεγα, λίγο μετά προστέθηκαν το ούτι και το μαντολίνο - ειδικά το ούτι ήταν μάλλον ξεχασμένο τη δεκαετία του '70. Μην κοιτάτε που όλοι σήμερα το ρίχνουν μεσ' στα τραγούδια τους.

Θυμάστε το πρώτο μαγαζί που τραγουδήσατε;

Πρέπει να ήταν το αναψυκτήριο του Λευκού Πύργου, πάντα για μέσα στο '70 μιλάμε. Τραγούδια του Μάρκου και του Σκαρβέλη, που τότε δεν πολυπαίζονταν. Ξέρετε, η εποχή δεν τα σήκωνε. Τότε ή το έντεχνο θα ακουγόταν ή το βαρύ λαϊκό, που δεν είχε καμία σχέση με το ρεμπέτικο. 

Η αλήθεια είναι όμως πως πολλές από τις κομπανίες που βγήκαν στα τέλη του '70 ασχολήθηκαν κατά κόρον με την αναβίωση του ρεμπέτικου.

Όχι με το ρεμπέτικο! Μην μπερδεύετε το ρεμπέτικο με το λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας '55 - '65. Οι κομπανίες, που λέτε, αν κοιτάξετε τους δίσκους τους, θα δείτε πως επανέφεραν κατά ένα τρόπο τραγούδια ινδοπρεπή, καμηλιέρικα κλπ., πάντως όχι το ρεμπέτικο που εγώ αγάπησα και τραγουδάω ακόμη. Ο Σκαρβέλης, που σας είπα, είναι ένας δημιουργός που σίγουρα δεν ασχολήθηκαν πολλοί μαζί του.

Είναι και ο Μάρκος που οι πάντες ωστόσο τον τραγούδησαν και τον τραγουδούν.

Μάρκο δεν γίνεται να μην τραγουδήσεις, είναι η πηγή, η βάση για τα πάντα. Το θέμα είναι πως τον τραγουδάς! Μουσειακά, ας πούμε; Εμένα δεν με ενδιέφερε ποτέ κάτι τέτοιο, αφού θεωρώ ότι τα τραγούδια του συνομιλούν ολοζώντανα με τον κόσμο.

Πως ορίζετε τη μουσειακή ερμηνεία;

Να μην πηγαίνεις το κάθε τραγούδι παραπέρα! Θα σας έλεγα για την περίπτωση μου ότι λειτουργώ σαν ένας αρχαιολόγος του ρεμπέτικου που όμως δεν το άφησε στο μουσείο να το «κοιτάζουν» οι άλλοι...

Και το εξελίξατε, πιστεύετε;

Δεν ξέρω αν αυτό ακόμη μ' ενδιέφερε. Η χαρά μου ήταν να βρίσκω τραγούδια όχι πολυπαιγμένα. Είναι σαν να ψάχνεις, να βρίσκεις και να θες μετά να μοιραστείς τη χαρά σου.

Κατανοητό. Δεν πιστεύω πριν να αναφερθήκατε υποτιμητικά στο «έντεχνο», όπως το είπατε.

Καθόλου. Είναι η εποχή μας που πάντα επιστρέφει στις λαϊκές ρίζες της. Στα μέσα του '90 που εμφανιζόμουν σε μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης μπορεί να έμενα πιστός στο ρεμπέτικο, αλλά έλεγα και κάνα ωραίο τραγουδάκι του Περίδη και του Μάλαμα, που μόλις είχαν βγει και κάνει αίσθηση. 

Ήταν τότε που κάνατε το «Βαλκανιζατέρ» με τον Ρασούλη και τον Βαγιόπουλο. Η Εθνική Ελλάδος του έντεχνου - λαϊκού συμμετείχε μέσα.

Πρώτα απ' όλα, οτιδήποτε και να μου ζητούσε ο Μανώλης (σ.σ. ο Ρασούλης) θα το έκανα! Ο Μανώλης είναι ένας φιλόσοφος που τα ταίριαξαν καλά με τον Βαγιόπουλο και άφησαν καλά τραγούδια. Θα έλεγα μάλιστα ότι για έναν που αγαπάει το ρεμπέτικο, σαν και μένα, τα τραγούδια αυτών των δύο ήταν «παρηγοριά στον άρρωστο». Χώρια που σ' αυτό το δίσκο τραγουδούσαν και τα καλύτερα παιδιά της βορείου Ελλάδος με πρώτη και καλύτερη τη Γλυκερία! 

Θα ήθελα τη γνώμη σας για κάποια ρεμπέτικα του περιθωρίου, τα χασικλίδικα, που κατά τη γνώμη μου έγιναν όαση των μικροαστών - ήταν τα «αντεργκράουντ ελληνικά τραγούδια», όπως τα'χε χαρακτηρίσει ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος δεν έβλεπε με καλό μάτι την τόση εξάπλωση τους.

Μόνο από συντηρητισμό δεν το έκανε αυτό ο Χατζιδάκις! Μπορώ να καταλάβω τι μου λέτε. Κι εγώ τραγουδώ τα χασικλίδικα ή εν πάση περιπτώσει τα «παραβατικά» ρεμπέτικα, μην έχοντας καμία σχέση με ουσίες. Μιλάτε μ' έναν οικογενειάρχη που για πολλά χρόνια συνδυάζει το κέφι και το μεράκι με τον βιοπορισμό του, διαμένοντας μόνιμα στο σπιτάκι του κοντά στο δάσος του Σεϊχσού. Μπορεί ένας άλλος να σας έλεγε ότι καλό είναι να μην αγγίζεις τέτοια πράγματα άμα δεν είσαι «εκεί», δεν είσαι «αυτό», το τραγούδι όμως είναι ελεύθερο και ο καθένας το εισπράττει όπως μπορεί να το καταλάβει. 

Θεωρείτε ότι ανήκετε στους νεορεμπέτες μαζί, λόγου χάριν, με τον Μπάμπη Τσέρτο και τη Μαριώ;

Δεν νομίζω ότι έχω μεγάλη σχέση μ' αυτούς τους δύο, που μου λέτε, παρόλο που τους εκτιμώ, εννοείται. Ο Τσέρτος είναι ένας κανταδόρος τραγουδιστής και η Μαριώ, που τη γνωρίζω πάρα πολλά χρόνια, δεν έχει ασχοληθεί με το ρεμπέτικο αποκλειστικά. Θέλω να πω ότι αυτοί έκαναν τα ξανοίγματα τους σε σύγκριση με μένα που ήμουν και είμαι στο ρεμπέτικο. Αν πρέπει να με κατατάξετε μαζί με άλλους, αυτοί θα ήταν ο Μπάμπης Γκολές από την Αθήνα και ο     Ξηντάρης από τη Σκόπελο. Εμείς, ναι, κάνουμε μια «οικογένεια», αφού θα έλεγε κανείς ότι τραγουδάμε με τον τρόπο των παλιών ρεμπετών. 

Το εξώφυλλο των «Ρεμπέτικων ντουέτων» (1999) των Αγάθωνα Ιακωβίδη - Μπάμπη Γκολέ

Μα με τον Γκολέ κάνατε μαζί ολόκληρο δίσκο, τα «Ρεμπέτικα ντουέτα».

Είναι αυτό που είπα πριν, ο συγκεκριμένος δίσκος έγινε στο πλαίσιο μιας ζωντανής παρουσίασης ρεμπέτικων που υπήρχαν για πολλά χρόνια στο αρχείο μου. Τον θέλαμε και οι δύο αυτό το δίσκο, να τραγουδήσουμε αγαπημένα μας παλιά ρεμπέτικα. Πρέπει να ξέρετε ότι διατηρώ ένα μεγάλο αρχείο ηχογραφήσεων, πολλές απ' τις οποίες έπαιζα και στο ραδιόφωνο ως παραγωγός.

Δεν έχετε αμελητέα δισκογραφία. Από το '82 στην Pan-Vox μέχρι τη σημερινή Eros του Στέλιου Φωτιάδη, φαίνεται σαν να μην αντιμετωπίσατε εμπόδια επ' αυτού.

Όπως το λέτε, ισχύει, ίσως γιατί έκανα κάτι που δεν έκαναν πολλοί άλλοι, έτσι «ταγμένα» όπως το έκανα εγώ τουλάχιστον. Το Ρεμπέτικο Συγκρότημα Θεσσαλονίκης, που ήταν ένα σχήμα πιο πολύ για τα πάλκα και όχι για τη δισκογραφία, έβγαλε δύο δίσκους με τραγούδια κυρίως του Σκαρβέλη και του Γιοβάν Τσαούς. Θα τα χαρακτήριζα απλώς ανέμελα χρόνια, αν δεν έτρωγα τη ζωή μου κυριολεκτικά με τα τραγούδια αυτά. Κάπως έτσι δεν ξεκινούν όλοι στην ηλικία που ήμουν τότε, κάπως έτσι δε φτιάχνονται τα φοιτητικά συγκροτήματα; Με τους δύο Λάζαρους και τον Τσακμάκα μοιραστήκαμε την κοινή μας αγάπη για τους παραγκωνισμένους ρεμπέτες μέσα στους πλέον αναγνωρισμένους, τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, αλλά και τον Μάρκο βέβαια. Ο Φωτιάδης αγαπάει το ρεμπέτικο, ξέρει από μουσική ως μουσικός και ο ίδιος, έχουμε φιλία και, βασικά, έχει μία εταιρεία που λειτουργεί α λα παλαιά, μπορείς δηλαδή να του πεις την τρέλα σου και να εισακουστείς. 

Οφείλω να σας πω ότι προτιμάτε το εξωστρεφές ρεμπέτικο, το πιο γλεντζέδικο. Είστε έτσι και σαν άνθρωπος;

Είμαι ανοιχτός άνθρωπος, έχω διάθεση για πλάκα και μ' αρέσει να πειράζω τους άλλους, ειδικά αυτούς που συμπαθώ και με συμπαθούν. Είναι μια καλή παρατήρηση αυτή, το ότι μ' ενδιέφερε ανέκαθεν το πιο εξωστρεφές ρεμπέτικο ρεπερτόριο. Εξωστρεφές, βέβαια, μπορεί να'ναι κι ένα μελαγχολικό ερωτικό τραγούδι. 

Να τολμήσω να ρωτήσω αν το παχύ μουστάκι και τα μαλλιά σας έγιναν σκόπιμα το σήμα κατατεθέν σας;

Ας πούμε ότι τα έχω ανέμελα (γέλια). Το μουστάκι, πάντως, το περιποιούμαι. 

Πως ήρθατε στη συνάντηση μας;

Με τα πόδια, πώς νά'ρχόμουν... Τώρα που το λέμε, πάντως, θα ήθελα να είχα μία Τζάγκουαρ, το ομολογώ.

Και όχι Ρολς Ρόις;

Και Ρολς Ρόις, καλή θα'ταν. Και τα δύο είναι εγγλέζικα αυτοκίνητα (γέλια)