Αφού δεν ήταν το δικό μας...

Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Ή μάλλον, χειρότερα. Η Ανάσταση εορτάζεται «με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη» όπως λένε τα δελτία ειδήσεων και η Λαμπρή μας βρίσκει να ξεπλένουμε το κτηνώδες περιδρόμιασμα με λίτρα αλκοόλ. Πριν πάει κάτω ο οβελίας, αρπάζουμε το κουμπούρι με το ένα χέρι, το τιμόνι με το άλλο. Και μετράμε τους νεκρούς, τους ακρωτηριασμένους, τους ορφανούς, τους ξεκληρισμένους.

Νίκος Παπαδογιάννης 30/04/2019 | 16:47

Με το πέρασμα των χρόνων, το μόνο που άλλαξε είναι η αναισθησία μας. Κάποτε τα κλαίγαμε τα θύματα του Πάσχα, ενώ σήμερα τα αποδίδουμε στο φλογερό dna των ανάδελφων Ελλήνων και προχωράμε παρακάτω παιανίζοντας πατριωτικούς θούριους.

«Ψηφίστε μας, για να το ξανακάνουμε», καλεί αναίσχυντα ο δήμαρχος Καλαμάτας και υποψήφιος περιφερειάρχης Πελοποννήσου, την ίδια ώρα που επτά κατηγορούμενοι για τη δολοφονία του εικονολήπτη συμπολίτες και συνεργάτες του προσάγονταν στο αυτόφωρο.

«Ο σαϊτοπόλεμος είναι στο dna των Μεσσήνιων και δεν πρόκειται να καταργηθεί», ξεσπάθωσε η δημαρχάρα, πάνω από το ανοιχτό φέρετρο του άμοιρου Κώστα Θεοδωρακάκη. Ένας Νίκας, με πετσί χοντρό, ευλογημένο από το μητσοτακέικο. Εν τούτω, Νίκα. Το έλεγαν και στο Βυζάντιο.

Θα μπορούσε να διεκδικήσει βραβείο ξεδιαντροπιάς ο πολυσυζητημένος αφορισμός του, αλλά λησμόνησε να προσθέσει τη φράση «φταίει η Δούρου», οπότε το άφησε για αργότερα. Η φιλελεύθερη αναλγησία κρύβεται στο dna του δεξιού.

Η κοινωνία απαιτεί αιδήμονα σιγή και ανθρωπιά, ο πολιτικός κόσμος –πλην Λακεδαιμονίων και Μεσσηνίων- εκφράζει τον αποτροπιασμό του, αλλά αλίμονο, δεν πρόκειται να αλλάξει το παραμικρό. Δεν είναι δα φαινόμενο του 2019 η πασχαλινή τραγωδία.

Οι ίδιοι τοπικοί άρχοντες που προχθές πανηγύριζαν επειδή διευκόλυναν τα βάρβαρα έθιμα θα υποσχεθούν «αυξημένα μέτρα ασφαλείας» και θα ξεκινήσουν απτόητοι τις ετοιμασίες για την επόμενη Πασχαλιά. Στην Καλαμάτα, στο Βροντάδο και όπου αλλού διακυβεύεται η σωματική ακεραιότητα των παιδιών μας στο όνομα κάποιας στρεβλής και επικίνδυνης παράδοσης.

Δήμοι και κοινότητες όχι μόνο αρνούνται να κλειδώσουν την πόρτα που οδηγεί στον Μεσαίωνα, αλλά φροντίζουν να την ανοίγουν διάπλατα, υποδαυλίζοντας και χρηματοδοτώντας τα έθιμα της φωτιάς. Έπειτα, μετρούν τα γρόσια από τον πασχαλινό τουρισμό και αιτούνται ψήφο, ένεκα της ανάπτυξης και της ευημερίας.

Όσοι δεν κλείνουν τα αυτιά στις σαϊτες και στις ρουκέτες, τα κλείνουν στις μπαλωθιές και στους δυναμίτες. Θάνατος να είναι και ας είναι ό,τι να ‘ναι. Οχτάχρονο κοριτσάκι; Οχτάχρονο κοριτσάκι. Ας πρόσεχε. Ας μην έβαζε το κορμάκι του στην τροχιά της σφαίρας. Έφηβοι με κομμένα χέρια; Έφηβοι με κομμένα χέρια. Ας έμεναν στο σπίτι τους, να ανακατέψουν τη μαγειρίτσα.

«Εάν προσέχεις, δεν παθαίνεις τίποτε», δήλωναν στα κανάλια οι αμετανόητοι σαϊτομάχοι της Καλαμάτας. Πάνω απ’ όλα, το έθιμο. Με τις ευλογίες, βεβαίως, της κεντρικής εξουσίας που φοβάται το πολιτικό κόστος και πασάρει το μπαλάκι στην τοπική αυτοδιοίκηση. Την αστυνομία με την ψάχνετε, κοιτάζει αλλού, στο αρνί που σιγοψήνεται. Πώς θα φαινόταν άραγε στους ενόχους των δολοφονιών της Λαμπρής, εάν οι λοιποί θαμώνες αποφάσιζαν να αναβιώσουν το έθιμο του λυντσαρίσματος;

Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει ο Μολώχ της ασφάλτου, πιωμένος, βιαστικός ή απλώς μαλάκας. Αριστίνδην πρωταθλήτρια Ευρώπης στα τροχαία δυστυχήματα, η Ελλάδα ξεπερνάει τον εαυτό της στα τριήμερα της εξόδου και της εισόδου. Έξοδος προς την εξοχή, είσοδος στον Άδη. Μαζί με τα παιδιά μας, όσα τέλος πάντων επιβίωσαν αρτιμελή από τα δυναμιτάκια και τις δυναμιτάρες.

Προσωπικά σταμάτησα εδώ και χρόνια να πηγαίνω στη γενέτειρά μου, την Κρήτη, επειδή αρνούμαι να συμβιβαστώ με την κουλτούρα της οπλοχρησίας και της μεθυσμένης οδήγησης. «Μάστιγα» ήθελα να πω και κατά λάθος έγραψα το καλόηχο «κουλτούρα».  

Τις περισσότερες μέρες, μετράμε στο νησί νεκρούς στην άσφαλτο, επειδή θεωρούμε μαγκιά να καβαλήσει το αμάξι όποιος έχει πιει δύο μπουκάλες κρασί. Τα Σαββατοκύριακα, σκοτωνόμαστε για πλάκα στους γάμους και στα βαφτίσια. Και όταν το καπάκι της κουλτούρας ξεχειλίσει από την κατσαρόλα, κάνουμε Γιακουμάκη. Είναι στο dna μας.

Δύο 24ωρα μετά το «Χριστός Ανέστη», βράδυ Δευτέρας, οι γειτονιές της Αθήνας αντηχούσαν ακόμη από τις σκόρπιες εκρήξεις. Δεν θα πτοήσει δα ένας θάνατος τον αδάμαστο Έλληνα, ούτε ένα παιδί που χαροπαλεύει. Αφού δεν είναι το δικό μας, άφεριμ. Από δω παν κι άλλοι.

Του χρόνου, βέβαια, θα είναι το δικό μας, αλλά τι να κάνουμε, συμβαίνουν αυτά, ας μην έκρυβε όπλα στο μπαούλο του ο Πολάκης. Στο dna μας καμαρώνει πρώτη πρώτη η βλακεία, δεύτερη η αδιαφορία και τρίτος ο σκοταδισμός.