75 χρόνια από την απελευθέρωση: Η Αθήνα στο επίκεντρο του ζητήματος εξουσίας

Το ΕΑΜ καταπίνει τα πρώιμα «Δεκεμβριανά» της 15ης Οκτωβρίου όπου είχε επτά νεκρούς. Και ενώ οι Χίτες ακονίζουν τα μαχαίρια, ο ΕΛΑΣ ανακοινώνει: «Μη σφίγγετε με αγαναχτισμένα χέρια τα τουφέκια σας. Έχετε ιερό σκοπό να κρατήσετε την τάξη που μόνο στα χέρια τα δικά σας βρίσκεται» 

Βασιλική Λάζου 12/10/2019 | 09:59

12 Οκτωβρίου 1944. Ωρα 11 το πρωί. «Η λευτεριά φτερουγίζει πάνω από την Αθήνα μας» «Πριν φύγουν και οι τελευταίοι Ούννοι ο λαός ξεχύθηκε με σημαίες και ζητωκραυγές στους δρόμους. Απ’ το Πανεπιστήμιο, απ’ τις Τράπεζες, απ’ όλα τα κέντρα οι τηλεβόες του ΕΛΑΣ σαλπίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα. Οι συνοικίες σε παραλήρημα ενθουσιασμού ετοιμάζονται για το μεγάλο γιορτασμό. Στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη αντιπροσωπείες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατέθεσαν στεφάνι. Εξαλλος από τον ενθουσιασμό ο συγκεντρωμένος κατά χιλιάδες λαός ζητωκραύγαζε. Δακρύζοντας οι πολίτες αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο» γράφει ο «Ριζοσπάστης» αποτυπώνοντας την πανηγυρική ατμόσφαιρα των πρώτων στιγμών:

Η Απελευθέρωση συνιστά μια περίπλοκη διαδικασία, στο επίκεντρο της οποίας τίθετο το ζήτημα της εξουσίας. Ποιος θα κυβερνήσει την απελευθερωμένη χώρα και ποια μορφή θα έχει η εξουσία αυτή. Πίσω από τις αυθόρμητες λαϊκές εκδηλώσεις χαράς και ενθουσιασμού υπέβοσκαν εντάσεις και αντιθέσεις. Η κάθε άλλο παρά ομαλή διαδικασία συντελείται μέσα σε κλίμα τρομακτικής ψυχολογικής πίεσης. Η ατμόσφαιρα νευρικότητας εντεινόταν από φήμες για την ύπαρξη διαταγής του Χίτλερ για καταστροφή όλων των ζωτικών εγκαταστάσεων κατά τη γερμανική υποχώρηση. Κατά την προσφιλή τους πρακτική οι Γερμανοί επιχείρησαν να μεταθέσουν την ευθύνη για την τήρηση της τάξης στον ίδιο τον πληθυσμό. Ηταν «η ανόητη δράση» «εγκληματικών στοιχείων» που θα τους ανάγκαζε (sic!) να λάβουν μέτρα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1944 ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής Χέλμουτ Φέλμι, επικεφαλής του 68ου Σώματος Στρατού της Βέρμαχτ, διέψευσε με ανακοινώσεις του τις διαδόσεις: «Ουδείς Αθηναίος, όστις επιδεικνύει ήσυχον και σώφρονα διαγωγήν, πρέπει να φοβήται διά την πόλιν του ή να γίνεται περίφροντις διά την ζωήν και την περιουσίαν του». 

Χάος. «Ανατινάξτε τις υποδομές»

Το στρατιωτικό διακύβευμα της γερμανικής υποχώρησης ήταν η «ειρηνική εκκένωση» των Αθηνών. Η εξασφάλισή της από τη γερμανική διοίκηση ήταν προϋπόθεση για την απρόσκοπτη υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, χωρίς δηλαδή επιθέσεις από αντάρτες ή Βρετανούς. Σε διαφορετική περίπτωση θα εφαρμοζόταν η θεωρία του χάους που διατύπωσε στα μέσα του 1944 ο αρχηγός της γερμανικής μυστικής αστυνομίας SiPo Βάλτερ Μπλούμε (Walter Blume) σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν η ανατίναξη εργοστασίων, αποβαθρών και άλλων υποδομών στα κατεχόμενα εδάφη τα οποία αναγκάζονταν να αφήσουν οι Γερμανοί. Τόνοι με εκρηκτικά τοποθετήθηκαν στο φράγμα του Μαραθώνα και σε τούνελ στον Λυκαβηττό, ενώ το δίχτυ των υπονομεύσεων περιλάμβανε την Τηλεφωνική Εταιρεία, τους στρατώνες, την Ηλεκτρική Εταιρεία, τις αποβάθρες του λιμανιού του Πειραιά, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, γέφυρες, τελωνεία, το εργοτάξιο των ΣΕΚ και άλλα σημαντικά κτίρια, όπως οι στρατιωτικές αποθήκες στο Ρουφ, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός και κεντρικά ξενοδοχεία της πόλης. Το ίδιο προβλεπόταν για όλες τις σημαντικές υποδομές της επικράτειας, με έμφαση στο σιδηροδρομικό δίκτυο και στον Ισθμό της Κορίνθου. Η παράλληλη σύλληψη και εκτέλεση όλης της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας στόχευε στην πρόκληση πολιτικού χάους που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε ΕΑΜο-βρετανική σύγκρουση.

Πάνω λοιπόν στον τρόπο με τον οποίο θα υποχωρούσαν οι Γερμανοί στήθηκε ένα διπλωματικό παιχνίδι με πολλούς παίχτες και διαφορετικές στοχεύσεις. Αν και καμία πλευρά δεν είχε επίσημη εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί τη γερμανική παράδοση, η απειλή των καταστροφών, με τις ανθρώπινες απώλειες και τις υλικές ζημιές που συνεπάγονταν, και η δυνατότητα των τοπικών Γερμανών αξιωματούχων να τις αποτρέψουν μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια άτυπη ουδετερότητα.

Γερμανική σφήνα μεταξύ Βρετανών – ΕΑΜ

Οι Γερμανοί εντέχνως εκμεταλλεύτηκαν τη βρετανική καχυποψία απέναντι στο ΕΑΜ, το οποίο δυνάμει μπορούσε να επωφεληθεί από την κατάσταση κυριεύοντας βαρύ γερμανικό οπλισμό ή ακόμη και καταλαμβάνοντας την εξουσία. Στην ουσία τέθηκαν πολιτικές προτεραιότητες έναντι της στρατιωτικής αναγκαιότητας ενός πολέμου ο οποίος συνεχιζόταν ακόμη με μεγάλη σφοδρότητα. Είναι ενδεικτικό ότι παρά τη συντριπτική από αέρος υπεροπλία της, η βρετανική αεροπορία (RAF) δεν παρεμπόδισε την προσπάθεια σύμπτυξης ούτε μίας γερμανικής νησιωτικής φρουράς προς την ηπειρωτική Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων αφέθηκε να διαπεραιωθεί ανενόχλητο. Μόνο όταν η βρετανική παθητικότητα άρχισε να προκαλεί όχι μόνο υποψίες αλλά και αντιδράσεις –από τους έτερους της συμμαχίας Αμερικανούς– οι Βρετανοί βομβάρδισαν, στα μέσα Σεπτεμβρίου 1944, τα τρία αεροδρόμια της Αττικής (Καλαμάκι, Τατόι, Ελευσίνα), καταστρέφοντας πάνω από τα μισά γερμανικά μεταγωγικά αεροπλάνα και ανακόπτοντας τη διαδικασία εκκένωσης των νησιών. Η ίδια εφεκτική στάση τηρήθηκε και απέναντι στις υποχωρούσες από ξηράς γερμανικές δυνάμεις, στις οποίες η βρετανική αεροπορία απέφυγε να δώσει συντριπτικό πλήγμα.

Με κύριο στόχο την παραμονή της Ελλάδας στη βρετανική σφαίρα επιρροής, στις 9 Αυγούστου 1944 το Βρετανικό Πολεμικό Συμβούλιο ενέκρινε το σχέδιο «Μanna» για την αποστολή στρατιωτικής δύναμης 10.000 αντρών στην Ελλάδα αμέσως μόλις υποχωρήσουν οι Γερμανοί. Ολες οι διαθέσιμες στρατιωτικές μονάδες έπρεπε να συγκεντρωθούν και να εισέλθουν στην Αθήνα. Η επιχείρηση θα ξεκινούσε μόνο όταν οι Γερμανοί είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Η Σοβιετική Ενωση δεν είχε αντίρρηση για την αποστολή βρετανικής στρατιωτικής δύναμης στην Ελλάδα και ούτε προτίθετο να στείλει η ίδια στρατεύματα εκεί. Η βρετανική πρωτοκαθεδρία στην Ελλάδα και η αντίστοιχη παραίτηση της Μόσχας σφραγίστηκαν με τη Συμφωνία των Ποσοστών μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής στα Βαλκάνια (7 Οκτωβρίου 1944) καθώς και στις συζητήσεις των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών τις ακόλουθες ημέρες.

Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ο βασικός παράγοντας (εκτός των Βρετανών) ο οποίος διέθετε αξιόμαχη στρατιωτική ισχύ, είχε κηρύξει ανειρήνευτο πόλεμο με τους Γερμανούς με το σύνθημα «Ολοι επί ποδός πολέμου». Εχοντας συγκροτηθεί μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής με πρωτοβουλία και κύρια πολιτική δύναμη το ΚΚΕ, το ΕΑΜ πρότασσε την αντίσταση με όλα τα μέσα στον κατακτητή καθώς και ένα πολίτευμα που δεν υπερέβαινε μεν το αστικοδημοκρατικό αλλά είχε προοδευτικό κοινωνικό περιεχόμενο. Ως ανεξάρτητος από τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και αυτόνομος πολιτικός μηχανισμός, το ΕΑΜ διέρρηξε τους παραδοσιακούς θεσμούς εξουσίας εκφράζοντας τα αιτήματα των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, τα οποία σταδιακά ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Η συλλογική θέληση της κοινωνίας για αλλαγή αποτυπώθηκε στις πρακτικές και τις δομές της Ελεύθερης Ελλάδας. Μέσω της ΠΕΕΑ, της Κυβέρνησης του Βουνού, την οποία συγκρότησε τον Μάρτιο του 1944, το ΕΑΜ ασκούσε πολιτική και στρατιωτική εξουσία σε εκτεταμένες περιοχές, διαθέτοντας τις παραμονές της απελευθέρωσης 81.000 αντάρτικο στρατό και περίπου 30.000 μέλη στον εφεδρικό ΕΛΑΣ. Αλλά και στην ίδια την πρωτεύουσα τις παραμονές της Απελευθέρωσης οργανωμένα στρατιωτικά τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν καθημερινή παρουσία στις απομακρυσμένες από το κέντρο συνοικίες, οι οποίες στα μέσα Σεπτεμβρίου 1944 είχαν ουσιαστικά απελευθερωθεί. Στο τέλος της Κατοχής η πραγματική δύναμη του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στην Αθήνα ήταν 2.500 τακτικός στρατός (ένοπλοι) και 18.000 εφεδρικός (άοπλοι). Αυτή ακριβώς η ντε φάκτο στρατιωτική και πολιτική ισχύς του ΕΑΜ στην κατεχόμενη χώρα και η δυνάμει αποτύπωσή της στο μεταπολεμικό πολιτικό σκηνικό στέκονταν εμπόδιο στην επιστροφή στην προπολεμική τάξη πραγμάτων. Κύριο μέλημα της βρετανικής πολιτικής αλλά και του μέρους εκείνου της ελληνικής αστικής τάξης που βρισκόταν υπό την προστασία της ήταν να αποτρέψουν την άνοδο του ΕΑΜ στην εξουσία, είτε τη βίαιη, όπως θεωρούσαν αρχικά, είτε την ομαλή, μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια.

Οι δεσμεύσεις που επιβλήθηκαν στο ΕΑΜ για να εμποδίσουν την πορεία του προς την εξουσία αποτυπώθηκαν στη Συμφωνία της Καζέρτας στις 26 Σεπτεμβρίου 1944. Ολες οι ανταρτικές δυνάμεις τέθηκαν υπό τη δικαιοδοσία του Βρετανού αντιστράτηγου Ρόναλντ Σκόμπι ο οποίος οριζόταν στρατιωτικός διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Η στρατιωτική διοίκηση της Αττικής ανατέθηκε στoν στρατηγό Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο, ο οποίος θα δρούσε σε στενή συνεργασία με εκπροσώπους της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας που επρόκειτο να φτάσουν στην Αθήνα. Ο ΕΛΑΣ, υπό το πρόσχημα αποφυγής της σύγχυσης, διατασσόταν να κρατήσει τις κύριες δυνάμεις του εκτός Αττικής. Ολες οι δυνάμεις του στην περιοχή της πρωτεύουσας (Α΄ Σώμα Στρατού) υπάγονταν στον Σπηλιωτόπουλο υπό τις διαταγές των Βρετανών. 

Με βάση αυτό το σκεπτικό ο Σπηλιωτόπουλος έδωσε διαταγή να μη γίνει καμία επιθετική ενέργεια εναντίον των υποχωρούντων Γερμανών μέσα στην Αθήνα και στον Πειραιά για να μη διακινδυνεύσει ο άμαχος πληθυσμός και προκληθούν εκτεταμένες καταστροφές. O ΕΛΑΣ της Αθήνας αναλάμβανε το καθήκον να εμποδίσει τον εχθρό να καταστρέψει φεύγοντας ό,τι είχε στρατιωτική και οικονομική αξία αλλά και να εξασφαλίσει την τάξη μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Παρόλο που το ΕΑΜ δεσμεύτηκε με ετεροβαρείς συμφωνίες και προσχώρησε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου συνέχισε να αντιμετωπίζει την καχυποψία των πολιτικών του αντιπάλων και των Βρετανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ζέρβας διέδιδε σχέδιο για λίστες προγραφών του ΕΑΜ με την Απελευθέρωση που αφορούσαν 60.000 άτομα μόνο στην Αθήνα. Φιλοβασιλικές οργανώσεις με κύριο μοχλό το πολιτειακό ζήτημα, την επάνοδο δηλαδή ή όχι του βασιλιά Γεωργίου Β΄, έχοντας την υλική και πολιτική στήριξη των Βρετανών ενισχύονταν στρατιωτικά προκειμένου να επιβάλουν την επιστροφή του απονομιμοποιημένου –λόγω της συνεργασίας με τον Μεταξά– μονάρχη. Υπολείμματα σωμάτων ασφαλείας, μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας και ακροδεξιές οργανώσεις εξοπλισμένες από Γερμανούς με την έγκριση της κυβέρνησης Ράλλη αλλά και με τη σιωπηρή αποδοχή των Γερμανών συγκρότησαν υπό την καθοδήγηση του Παν. Σπηλιωτόπουλου φιλομοναρχικά στρατιωτικά σώματα. Ο Σπηλιωτόπουλος, επιτελικός αξιωματικός της Χωροφυλακής στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση του Τσολάκογλου, είχε στενούς δεσμούς με τους φιλομοναρχικούς της Μέσης Ανατολής καθώς ήταν δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης ΡΑΝ (Ρήλος – Αυλών – Νήσοι), η οποία είχε αρχηγό τον στρατηγό Βεντήρη, αρχηγό του επιτελείου του Βασιλικού Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής και ακραιφνή φιλοβασιλικό. Τα σώματα αυτά θα μπορούσαν να δράσουν από κοινού με άντρες των σωμάτων ασφαλείας (Χωροφυλακή – Αστυνομία) για να πραγματοποιήσουν φιλοβασιλικό πραξικόπημα και να καταλάβουν την Αθήνα με την αποχώρηση των Γερμανών. Ιδιαίτερα μετά την ενίσχυσή τους με οπλισμό που έφτασε στις ακτές της ανατολικής Αττικής από τη Μέση Ανατολή (23 Σεπτεμβρίου και 12 Οκτωβρίου 1944).

Ολα αυτά ήταν γνωστά στις ηγεσίες του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Στο πλαίσιο μιας γενικότερης στρατηγικής η οποία συνυπολόγιζε τη γεωπολιτική θέση της χώρας και εσωτερικούς παράγοντες παρέμεναν συνεπείς στην πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης όπως εκφράστηκε στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ στα τέλη του 1942. Ο αντιστασιακός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας προτασσόταν έναντι οποιουδήποτε πολιτικού στόχου, είτε αυτός ήταν η λύση του πολιτειακού ζητήματος είτε ο απώτερος στόχος του σοσιαλισμού. Είχαν επιβάλει ακόμη στην εσωκομματική τους αντιπολίτευση τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, υπόθεση καθόλου εύκολη καθώς αυτές είχαν προκαλέσει γενική αγανάκτηση στην πλειονότητα των μαχητών του ΕΛΑΣ. Είχαν τιθασεύσει τον ενθουσιασμό αλλά και τις πρωτοβουλίες καπετάνιων δίνοντας αυστηρές εντολές να μην εισέλθει ο ΕΛΑΣ στις περιοχές που δεν επέτρεπε η Συμφωνία της Καζέρτας. Το αποτέλεσμα ήταν να τηρηθεί η κομματική πειθαρχία, ιδιαίτερα την περίοδο της Απελευθέρωσης.

«Σταματήστε τους παλμούς της καρδιάς σας. Ηρεμοι, αξιοπρεπείς, περήφανοι»

Η προσήλωση αυτή του ΕΛΑΣ στην τήρηση των δεσμεύσεων που του είχαν επιβληθεί αποτυπώθηκε στην ημερήσια διαταγή του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στις 12 Οκτωβρίου 1944: «Από δέκα μέρες τώρα είσαστε μαζί με άλλες δυνάμεις και τους συμμάχους μας Βρετανούς κάτω από τις διαταγές του Στρατ. Διοικητή Αττικής, οι οριστικοί νικητές των δύο πόλεων… Το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας και του Πειραιά είναι στα χέρια σας και αν δε γίνατε ολότελα ακόμη κύριοι και των δύο πόλεων, δεν είναι γιατί δεν έχετε τη δύναμη και την ικανότητα να γίνετε, αλλά γιατί ύψιστα συμφέροντα του Λαού μας μας επιβάλλουν να είμαστε συγκρατημένοι […] Τώρα φανήτε άξιοι του Λαού μας. Η τάξη της Αθήνας είναι στα χέρια σας. Μη σφίγγετε με αγαναχτησμένα χέρια τα τουφέκια σας καραδοκώντας να εφορμήσετε κατά του φεύγοντος επαίσχυντα εχθρού. Τώρα προσωρινά έχετε ένα μεγάλο και ιερό σκοπό, να κρατήσετε την τάξη που μόνο στα χέρια τα δικά σας βρίσκεται. Είμαστε βέβαιοι πως θα την κρατήσετε. Σταματήστε τους παλμούς της καρδιάς σας για λίγες μέρες, που και πάλι σαν Εθνικός Στρατός για να επαναλάβουμε τον ιερό μας αγώνα κατά του καταχτητή Γερμανοβουλγάρου. Ολοι στις θέσεις σας ήρεμοι, αξιοπρεπείς, περήφανοι για τη μεγάλη μας νίκη, τη νίκη του Λαού. Οι αρχηγοί σας θα σας οδηγήσουν σε νέες δόξες, σε νέες νίκες».

Με όλους τους τρόπους, σε αρθρογραφία στον ΕΑΜικό και τον κομματικό Τύπο, σε διαταγές, σε αναφορές και σημειώματα για εσωτερική χρήση τονίζεται η παραδειγματική τάξη και πειθαρχία από την πλευρά του ΕΑΜ, το οποίο κατάφερε να εξασφαλίσει την ειρηνική μετάβαση προς την ομαλότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι την τελευταία στιγμή πριν από την Απελευθέρωση οι Γερμανοί και τα Τάγματα Ασφαλείας προέβησαν σε επιχειρήσεις που στόχο είχαν να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό αλλά και να ανακαλύψουν τον οπλισμό της Αντίστασης. Ενδεικτικά αναφέρουμε το μπλόκο της Καλλιθέας στις 28 Αυγούστου 1944, την εκτέλεση 50 ομήρων στην Καισαριανή στις 5 Σεπτεμβρίου 1944, την εκτέλεση στο Χαϊδάρι 72 μελών της χρηματοδοτούμενης από τους Βρετανούς κατασκοπευτικής οργάνωσης Υβόννη στις 8 Σεπτεμβρίου, πάνω από 100 εκτελεσμένους στο Μπαρουτάδικο στο Αιγάλεω στις 29 Σεπτεμβρίου, τα θύματα στο μνημόσυνο του Μπλόκου της Κοκκινιάς στην πλατεία της Οσίας Ξένης και άλλων 34 ατόμων στην Καισαριανή στις 2 Οκτωβρίου 1944. 

10.000 εκτελεσμένοι Γάλλοι δωσίλογοι

Για να δώσουμε ένα μέτρο της τεράστιας προσπάθειας που έκανε ο ΕΛΑΣ για να τιθασεύσει τους ένοπλους μαχητές του αναφέρουμε ότι ακόμη και σε χώρες που είχαν μικρότερες συνέπειες από τις δυνάμεις κατοχής παρατηρήθηκαν φαινόμενα εκτεταμένων αντεκδικήσεων. Χαρακτηριστικά, στη Γαλλία 10.000 άτομα εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από αντιστασιακές ομάδες προτού εγκατασταθούν οι κυβερνητικές αρχές και αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Γυναίκες που κατηγορήθηκαν για «οριζόντια συνεργασία» με τον εχθρό κουρεύτηκαν και διαπομπεύτηκαν. Στην Ιταλία εκτελέστηκαν 15.000 άτομα, στο Βέλγιο λιντσαρίστηκαν δημόσια 265 άνθρωποι.

Σε όλη τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την απελευθέρωση της πόλης επικρατεί απόλυτη τάξη Ο Βρετανός συνταγματάρχης της SOE Ρ. Σέπαρντ, σύνδεσμος του στρατιωτικού διοικητή με το Βρετανικό Στρατηγείο, ο οποίος επισκέφτηκε το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου τις συνοικίες της πόλης και τις περιοχές που έλεγχε το ΕΑΜ, διαπίστωσε απόλυτη ησυχία παντού, ενώ ο ΕΛΑΣ και άλλες οργανώσεις περιπολούσαν με πειθαρχία στους σχεδόν έρημους δρόμους.

Με την πλήρη αποχώρηση των Γερμανών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τριμελές κλιμάκιο της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας από τους υπουργούς Φ. Μανουηλίδη, Γ. Ζεύγο και Θ. Τσάτσο για να αναλάβει την εξουσία των απελευθερωμένων περιοχών ενώ η Αστυνομία, που τελούσε υπό τις διαταγές του Αγγελου Εβερτ, συνέλαβε τον τελευταίο κατοχικό πρωθυπουργό Ι. Ράλλη ο οποίος είχε παραμείνει στη Μητρόπολη καθ’ όλη τη διάρκεια της 12ης Οκτωβρίου. Την ίδια τύχη είχαν και ο πρώτος δωσίλογος πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου και οι υπουργοί της κυβέρνησής του αλλά και διευθυντές εφημερίδων που είχαν συνεργαστεί ανοιχτά με τους Γερμανούς.

Οι τρεις υπουργοί της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας ύστερα από δοξολογία στη Μητρόπολη της Αθήνας απηύθυναν ομιλία στο πλήθος που είχε κατακλύσει την πλατεία Συντάγματος. Ακολούθησε είσοδος στην πόλη και παρέλαση 700 Βρετανών καταδρομέων και 400 Ιερολοχιτών. Τα τμήματα αυτά κατέληξαν στην πλατεία Συντάγματος, όπου τα επιθεώρησε ο Π. Σπηλιωτόπουλος και κατέθεσαν στεφάνι στον Αγνωστο Στρατιώτη.

Στις 13 και τις 14 Οκτωβρίου το ΕΑΜ κατέβασε συντεταγμένα τις δυνάμεις του στο κέντρο της Αθήνας με συνθήματα υπέρ των Συμμάχων, της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και της λαοκρατίας.

Στις 15 Οκτωβρίου ήταν η σειρά του αστικού κόσμου και των «εθνικών» οργανώσεων να κάνουν επίδειξη των δυνάμεών τους. «Ηταν μια αριθμητική αναμέτρηση, μια απόδειξη και προς τους συμμάχους ότι δεν ήταν μόνο το ΕΑΜ που είχε τον λαό». Στη διαδήλωση, στην οποία συμμετείχαν ο ΕΔΕΣ, η ΠΕΑΝ, το Εθνικό Κομιτάτο, η Ιερά Ταξιαρχία, η οργάνωση Χ και άλλες οργανώσεις, κυριάρχησε συνθηματολογία με αιτήματα για εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας και τιμωρία των Βουλγάρων για εγκλήματα που διέπραξαν στη Θράκη και την ανατολική Μακεδονία Η δημόσια και μαζική αυτή έκφραση της διαφοροποίησης προανήγγειλε τον χαρακτήρα της ταξικής σύγκρουσης που θα ακολουθούσε. «Εφτανε ένα σπίρτο για να πάρει η Αθήνα φωτιά σαν ένα δοχείο μπενζίνα» παρατηρούσε ο Θεοτοκάς.

Την ίδια ημέρα και ώρα διεξαγωγής της διαδήλωσης των «εθνικών» οργανώσεων, συνεργάτες των Γερμανών που διέμεναν υπό περιορισμό αλλά ένοπλοι σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας πυροβόλησαν εναντίον παράλληλης ΕΑΜικής διαδήλωσης, σκοτώνοντας επτά και τραυματίζοντας δεκάδες. «Αφορμή των φονικών επεισοδίων προήλθε από τους εις το ξενοδοχείον “Ερμής” εγκατεστημένους οπαδούς του αρχηγού ΕΑΣΑΔ [Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης] Τάκη Μακεδόνος. Ωσαύτως αφορμή υπήρξεν και η προκλητική στάσις άλλων ομάδων εγκατεστημένων εις τα ξενοδοχεία “Εθνικόν” και “Πάνθεον”. Κατά τας παρασχεθείσας πληροφορίας οι άνδρες του Τάκη Μακεδόνος ήρχισαν πυροβολούντες εναντίον αυτοκινήτου του οποίου επέβαινον διαδηλωταί του ΕΑΜ», σημειώνει η εφημερίδα «Ελευθερία».

Το ΕΑΜ δεν απάντησε στην πρόκληση, τηρώντας τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει απέναντι στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Με δεδομένη την πολιτική του κυριαρχία σε ολόκληρη την πρωτεύουσα αλλά και τη στρατιωτική κυριαρχία στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας επιδίωκε να κεφαλοποιήσει σε πολιτικό επίπεδο αυτή την επικράτηση.

Η άφιξη της ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Γ. Παπανδρέου, στην οποία το ΕΑΜ συμμετείχε με έξι υπουργούς, έγινε το πρωί της Τετάρτης 18 Οκτωβρίου 1944. Στην υποδοχή της βρέθηκε το σύνολο του αθηναϊκού λαού και τα μέλη της κυβέρνησης με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπανδρέου έγιναν δεκτά με επευφημίες και ενθουσιασμό. Την κυβέρνηση συνόδευε ο Βρετανός πρεσβευτής Ρ. Λίπερ και ο αντιστράτηγος Ρ. Σκόμπι, αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα, υπό τις διαταγές του οποίου έχουν υπαχθεί ο ΕΔΕΣ και ο ΕΛΑΣ με βάση τη Συμφωνία της Καζέρτας. Η βρετανική παρουσία αποτελούσε διαρκή επισήμανση του ρόλου των Βρετανών στις εξελίξεις στην Ελλάδα και συνιστούσε εγγύηση του νόμου και της τάξης για τους αστούς πολιτικούς. Η επιστροφή των τελευταίων στον θώκο της εξουσίας περνούσε μέσα από τη βρετανική διπλωματία και τα βρετανικά όπλα.

Νέος κόσμος πάνω από τα ερείπια ή τα ερείπια ενός νέου κόσμου;

Στον λόγο του ο πρωθυπουργός επισήμανε την αναγκαιότητα διατήρησης της εθνικής ενότητας έως τη διεξαγωγή των εκλογών, την εθνική ολοκλήρωση και την ανασύνταξη των ένοπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Παράλληλα επιβεβαίωσε με έμφαση την απόφαση να τιμωρηθούν οι προδότες της πατρίδας και οι εκμεταλλευτές της δυστυχίας του λαού, διαβεβαιώνοντας ότι «η εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος». Απευθυνόμενος σε ένα κοινό το οποίο συνεχώς τον διέκοπτε με τα συνθήματα «Λαοκρατία» και «Εθνική Νέμεση, δεν δίστασε να εκφωνήσει εκτός κειμένου την περίφημη φράση «πιστεύομεν εις την λαοκρατίαν».

«Ενας νέος κόσμος θα υψωθεί από τα ερείπια» υποσχέθηκε ο Παπανδρέου στον Λόγο της Απελευθέρωσης. Αντί όμως να ξημερώσει ένας «νέος κόσμος» αυτό που περίμενε τον ελληνικό λαό ήταν νέα ερείπια.

* Hot Doc History #23, Ελεύθεροι μετά από 1.265 νύχτες Κατοχής, 15/10/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.