Η ιστορία της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι γνωστή και χιλιοειπωμένη. Από τη μία ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και η πρόσδεση στην Αντάντ, από την άλλη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και η φιλογερμανική ουδετερότητα.
Μια σύγκρουση που εξελίχθηκε σε μια βαθύτατη και οξύτατη σύγκρουση σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στα όρια του εμφυλίου πολέμου, που δικαίως ονομάστηκε Εθνικός Διχασμός. Αφότου όμως με τη συνδρομή των Συμμάχων εκδιώχτηκε ο Κωνσταντίνος και επανενοποιήθηκε η χώρα υπό την κυβέρνηση Βενιζέλου το καλοκαίρι του 1917, ακολούθησε μια περίοδος όπου φαινόταν ότι η πολιτική του τελευταίου θα απέδιδε καρπούς και όχι μόνο θα δικαιωνόταν αλλά και θα οδηγούσε στην υλοποίηση της πολυπόθητης Μεγάλης Ιδέας, την πραγματοποίηση των περισσότερων πάγιων εθνικών διεκδικήσεων.
Το αποκορύφωμα αυτής της εθνικής προέλασης θα αποτυπωθεί τρία χρόνια αργότερα σε ένα παρισινό προάστιο, στη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) που έδινε υπόσταση στην Ελλάδα «των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών». Είχε όμως ήδη ξεκινήσει και η αντίστροφη πορεία καθώς το τουρκικό εθνικό κίνημα υπό τον Μουσταφά Κεμάλ κινητοποίησε τις δυνάμεις οι οποίες αρνούνταν την τύχη που η Συνθήκη αυτή επεφύλασσε για την Τουρκία.
Το αποτέλεσμα αυτών των αντίρροπων δυναμικών θα αποτυπωθεί ύστερα από άλλα τρία χρόνια, στη Συνθήκη της Λωζάννης το καλοκαίρι του 1923, έπειτα από έναν σκληρό ελληνοτουρκικό πόλεμο. Οι όροι της Συνθήκης της Λωζάννης είναι αυτοί που ισχύουν ως και σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά.
Η συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων θα τερματιστεί τον Οκτώβριο του 1918 με την ανακωχή του Μούδρου. Είχε ήδη συνθηκολογήσει η Βουλγαρία τον Σεπτέμβριο ενώ ένα μήνα μετά, στις 11 Νοεμβρίου, θα συνθηκολογούσε και η Γερμανία βάζοντας τέλος στον πιο αιματηρό πόλεμο της ιστορίας μέχρι τον επόμενο.
Η τύχη όλων των ηττημένων θα καθοριζόταν από τους νικητές στο Συνέδριο Ειρήνης που άρχισε τις εργασίες του τον Ιανουάριο του 1919 στο Παρίσι με τη συμμετοχή τριάντα εθνικών αντιπροσωπειών και πολλών άλλων ομάδων συμφερόντων, εθνικών, θρησκευτικών, μειονοτικών και άλλων. Επρόκειτο για ένα συνέδριο της νέας εποχής, με ειδικούς, τεχνοκράτες, επιστήμονες και επιχειρήματα βασισμένα σε στοιχεία, χάρτες, στατιστικές για την τεκμηρίωση του δίκαιου των νικητών.
Ο πόλεμος είχε οδηγήσει στην κατάρρευση των αυτοκρατοριών στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Αιωνόβιες εξουσιαστικές δομές όπως η αυτοκρατορία των Αψβούργων που είχε μετεξελιχθεί στη δυαδική μοναρχία της Αυστροουγγαρίας, η τσαρική Ρωσία των Ρομανόφ, και η Οθωμανική Αυτοκρατορία των σουλτάνων είχαν καταρρεύσει με πάταγο αφήνοντας ένα τεράστιο κενό που έσπευδαν να καλύψουν οι νικητές με μια σειρά συνθηκών οι οποίες έδιναν κρατική ζωή στις εθνότητες που παρήλαυναν με όλα τα ιστορικά δίκαιά τους. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα 14 σημεία του Αμερικανού προέδρου Γούντροου Γουίλσον σήμαιναν ηχηρή και φιλόδοξη παρέμβαση των ΗΠΑ στον ευρωπαϊκό χώρο, με σημαία την «αυτοδιάθεση» των εθνών.
Όλοι κοιτούσαν με τρόμο ανατολικά, όπου στα ερείπια της τσαρικής Ρωσίας συντελούνταν μια κοσμογονική επανάσταση που προέκρινε τα κοινωνικά έναντι των εθνικών ζητημάτων και πρότεινε μια νέα ομόσπονδη ένωση των πάλαι ποτέ καταπιεσμένων εθνών στο όνομα των σοβιέτ και του σοσιαλισμού.
Στην πραγματικότητα, η αναγνώριση εθνών-κρατών και ο σεβασμός στην αυτοδιάθεση των λαών δεν ήταν κάποιο θέσφατο· ο πόλεμος των Συμμάχων είχε ως σημαία τον πολιτισμό έναντι της βαρβαρότητας των Γερμανών και των συμμάχων τους. Ως γνωστόν, οι πολιτισμένοι έχουν την υποχρέωση να εκπολιτίσουν τους βαρβάρους, αυτό ήταν το καθήκον που οι Ευρωπαίοι εξασκούσαν αιώνες τώρα μέσω της αποικιοκρατίας, και δεν είχε έρθει ο καιρός ακόμη να αλλάξει αυτό· θα περνούσαν πολλές δεκαετίες για να πειστούν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις ότι τα νέα έθνη μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς τη βοήθειά τους. Η προτεραιότητα ήταν η αποδυνάμωση της Γερμανίας και ο αποκλεισμός της Ρωσίας και βασικά της επανάστασης.
Ανάμεσα στους ηττημένους, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν εκείνη που απέκλινε περισσότερο από τον κανόνα πολιτισμού των νικητών παρά τις αναγνωρισμένες προσπάθειές της όλο τον 19ο αιώνα. Αλλά και οι καταπιεσμένοι λαοί και εθνότητες στους κόλπους της δεν κρίνονταν σε καλύτερη κατάσταση ώστε να οργανωθούν από μόνοι τους σε κυρίαρχα κράτη. Και η ευρύτερη περιοχή, από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο ως την αραβική χερσόνησο και τη βόρεια Αφρική, δεν προσφερόταν για πειράματα· ο πανάρχαιος εμπορικός δρόμος προς τις Ινδίες είχε αρχίσει να αναβλύζει πετρέλαιο. Οι νικητές όφειλαν να επιτηρούν από κοντά τα νέα μορφώματα που θα αντικαθιστούσαν την οθωμανική εξουσία, θα έπρεπε να δεσμευτούν σε αυτό το καθήκον αναλαμβάνοντας «εντολές» (mandats) για την επιτυχή μετάβαση στη νέα εποχή.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν για χρόνια ο «Μεγάλος Ασθενής». Η έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής και ο φόβος της καθόδου της Ρωσίας στα ζεστά νερά της Μεσογείου τής είχαν εξασφαλίσει την –όχι χωρίς ανταλλάγματα– στήριξη των υπόλοιπων Μεγάλων Δυνάμεων. Η προσπάθεια όμως της Αυτοκρατορίας δεν φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά αποτελέσματα και η βίαιη αντίδραση στα κινήματα των «ραγιάδων» που από μιλέτ μετασχηματίζονταν σε έθνη, είχαν στρέψει τη διεθνή κοινή γνώμη, δηλαδή την ευρωπαϊκή μεσαία αστική τάξη, εναντίον της.
Μεθυστική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα
Από την επανάσταση των Νεοτούρκων και έπειτα, ο τουρκικός εθνικισμός στρεφόταν εναντίον των χριστιανών της αυτοκρατορίας που τους έβλεπε ως φορείς διάλυσης, ειδικά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 και τη μαζική εκδίωξη των μουσουλμάνων από τα ευρωπαϊκά εδάφη που χάθηκαν για τους Οθωμανούς. Το 1908 η Αυστρία ενσωμάτωσε τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Βουλγαρία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της. Η Ιταλία κατέλαβε τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα το 1912 και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους χάθηκε σχεδόν όλο το ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας, εκτός από ένα μικρό τμήμα της Θράκης. Μέσα σε έξι χρόνια χάθηκαν περισσότερα από 1.100.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Την επαύριο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου φαινόταν να έχει έρθει η ώρα της ολοκλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας. Η πάλαι ποτέ κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία φαινόταν ότι είχε μπει στο τελευταίο στάδιο της μακράς «ασθένειάς» της. Η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα ήταν μεθυστική καθώς οι τύχες του πολέμου φαίνονταν πως είχαν ευνοήσει τους Έλληνες να πάρουν πίσω τα εδάφη που θεωρούσαν προαιωνίως δικά τους. Στις 3 Φεβρουαρίου 1919 ο Βενιζέλος παρουσίασε στο Ανώτατο Συμβούλιο τις θέσεις της Ελλάδας:
Ιστορία, γλώσσα, θρησκεία και φυσικά, μ’ ένα νεύμα στους Αμερικάνους, αυτοδιάθεση – τα χρησιμοποίησε όλα. Ήταν πολύ απλό, υποστήριξε: στην Ευρώπη, η Ελλάδα έπρεπε να πάρει το νότιο κομμάτι της Αλβανίας (τη Βόρεια Ήπειρο, όπως προτιμούσε να λέει) και, ανατολικά, μεταξύ Αιγαίου και Μαύρης Θάλασσας, τη Θράκη (ή τουλάχιστον το δυτικό κομμάτι της), επιπλέον λίγα νησιά και τέλος ένα μεγάλο κομμάτι της Μικράς Ασίας που εκτεινόταν από ένα σημείο στη μέση της νότιας ακτής της Θάλασσας του Μαρμαρά και για 400 περίπου μίλια προς τη νότια ακτή της Μικράς Ασίας ως τη Σμύρνη. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν ζητούσε την Κωνσταντινούπολη.

Ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι και η Αγία Σοφία
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, οι Έλληνες θα εκπολίτιζαν την Ανατολή και τους καθυστερημένους Τούρκους, όπως οι Άγγλοι και οι Γάλλοι εκπολίτιζαν την Ασία και την Αφρική. Το επικείμενο τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πλαισιωνόταν από το αντίστοιχο «προφίλ»· διαφθορά, ακολασία και δολοπλοκίες χαρακτήριζαν την Υψηλή Πύλη και την πρωτεύουσά της, την Κωνσταντινούπολη στις γραφίδες των δυτικών είτε σε ιδιωτικά και απόρρητα έγγραφα είτε στον δημόσιο λόγο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταυτιζόταν πλέον με μια βαρβαρική αλλόθρησκη Ανατολή, με μουσουλμανικά στίφη επικίνδυνα για τη χριστιανική κυριαρχία επί της γης, με έναν κόσμο παρωχημένο και επικίνδυνο που έπρεπε να πάψει να υπάρχει στο όνομα της προόδου και της ελευθερίας. Στη Βρετανία, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι και άλλες προσωπικότητες σχημάτισαν μια Επιτροπή για την Απολύτρωση της Αγίας Σοφίας.
Το ερώτημα ήταν τι θα αντικαθιστούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της. Για τους Βρετανούς, μια ισχυρή Ελλάδα ήταν μια ελκυστική και πρακτική λύση· μια περιφερειακή αξιόπιστη σύμμαχος στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Ο Βενιζέλος διαβεβαίωνε ότι η Ελλάδα μπορούσε με το παραπάνω να αντικαταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην εξασφάλιση των βρετανικών συμφερόντων στην Εγγύς Ανατολή, να προσφέρει λιμάνια και αεροδρόμια ακόμα –κοιτώντας προς το μέλλον– προς τις Ινδίες.
Το βρετανικό Γενικό Επιτελείο δεν φαινόταν τόσο εντυπωσιασμένο με την προοπτική ελληνικής κατοχής στη Μικρά Ασία, καθώς εκτιμούσε πως «θα δημιουργήσει μια εστία διαρκών αναταραχών που πιθανώς θα κορυφωθούν σε μια οργανωμένη απόπειρα των Τούρκων να ανακτήσουν τα εδάφη τους».

Η Γαλλία, από την άλλη, ταυτισμένη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τους Βρετανούς μέσα από την περίφημη Entente Cordiale (Εγκάρδια Συνεννόηση), δεν έπαυε ωστόσο να έχει τα δικά της συμφέροντα στην Ανατολή και σε καμία περίπτωση δεν είχε παραχωρήσει τη διαχείριση της περιοχής στη Βρετανία.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Γαλλία, η Αγγλία και η τσαρική Ρωσία είχαν κατ’ επανάληψη συνομιλίες για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, οι άλλοι δύο εταίροι έμειναν να διαχειριστούν τις τύχες των ηττημένων Οθωμανών.
Σύμφωνο Σάικς – Πικό. Ο διαμοιρασμός αραβικών περιοχών
Ο σερ Μαρκ Σάικς και ο Ζορζ Πικό είχαν συμφωνήσει στον διαμοιρασμό των αραβικών περιοχών της αυτοκρατορίας και στην απόδοση στη Γαλλία μιας τουρκόφωνης ζώνης στην Ανατολία, από τη Συρία ως την Κιλικία. Το σύμφωνο Σάικς – Πικό είχε συναφθεί από το 1916, μετά την αποτυχία της συμμαχικής απόβασης στην Καλλίπολη. Σκοπός του συμφώνου από τη βρετανική πλευρά ήταν η παραχώρηση περιοχών επιρροής στη Γαλλία ώστε να συναινέσει στη μεταφορά στρατευμάτων από το δυτικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή. Όμως οι τύχες του πολέμου έκαναν τους συμβαλλόμενους να επιθυμούν, ο καθένας για λογαριασμό του, την αναθεώρηση του συμφώνου αυτού.
Οι Άραβες θα απαλλάσσονταν από την οθωμανική κακοδιοίκηση αλλά, καθότι όχι ακόμα επαρκώς οργανωμένοι οι ίδιοι, θα είχαν την ανάγκη της δυτικής καθοδήγησης μέσω εντολών. Οι Αρμένιοι, θύματα της τουρκικής θηριωδίας, είχαν κερδίσει το δικαίωμά τους σε ένα ανεξάρτητο κράτος στα βορειοανατολικά ενώ και οι Κούρδοι πιθανά να αποκτούσαν το δικό τους κράτος νοτίως του αρμενικού. Απέμενε η καθεαυτό Ανατολία μαζί με τα Στενά του Βοσπόρου και ένα μικρό τμήμα της Θράκης μέσα στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον Λόιντ Τζορτζ, οι Σύμμαχοι διατηρούσαν πάνω από ένα εκατομμύριο στρατιώτες σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι περισσότεροι από τους οποίους στον βρετανικό στρατό (προερχόμενοι από διάφορα τμήματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας). Το κόστος ήταν δυσβάστακτο αν μια κατάσταση αβεβαιότητας παρατεινόταν για πολύ.
Όπως παρατήρησε η ιστορικός Margaret McMillan: «Αν όλες οι διεκδικήσεις, προτεκτοράτα, ανεξάρτητα κράτη και εντολές είχαν όντως πραγματοποιηθεί, θα είχε απομείνει μια πολύ περίεργη μικρή Τουρκία στο εσωτερικό της Ανατολίας, χωρίς Στενά, χωρίς μεσογειακή ακτή, με περιορισμένη πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, και χωρίς αρμενικά ή κουρδικά εδάφη στα βορειοανατολικά. Αυτό που έμενε έξω από τον λογαριασμό στο Παρίσι, μεταξύ άλλων, ήταν η αδυναμία των Δυνάμεων να επιβάλουν τη θέλησή τους». Προφανώς οι ειρηνοποιοί στο απόγειο της λευκής αποικιοκρατικής κυριαρχίας επί του κόσμου είχαν κάθε λόγο να αποφασίζουν για τις τύχες του κόσμου αυτού· την εποχή εκείνη δεν υπήρχε λόγος να μη λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους. Για τον λόρδο Μπάλφουρ δεν υπήρχε κάποιο θέμα: «Δεν μπορώ καθόλου να διακρίνω γιατί ο Θεός, ή όποια άλλη Δύναμη, θα είχε αντίρρηση να λέμε εμείς στους μουσουλμάνους τι πρέπει να σκέφτονται».

Προς τη Σμύρνη μέσω… Οδησσού
Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο αργά, το 1917, και αυτό δεν ήταν καλό για την ευόδωση των εθνικών διεκδικήσεών της. Ευτυχώς για αυτήν ακόμα και μετά το τέλος του πολέμου υπήρχε ένα μέτωπο όπου μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της, τα όπλα δηλαδή και το αίμα του στρατού της, ώστε να αναβαθμίσει τη θέση της στα τραπέζια του Συνεδρίου Ειρήνης. Οι Μεγάλοι Σύμμαχοι είχαν αποφασίσει να εκπαραθυρώσουν το απειλητικό μόρφωμα του μπολσεβικισμού που είχε πάρει την εξουσία στην αχανή Ρωσική Αυτοκρατορία και να στηρίξουν τις δυνάμεις των Λευκών στον εμφύλιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει. Υπήρχαν όμως πολλά προβλήματα και ανάμεσά τους η δυσκολία αποστολής δικών τους στρατευμάτων στα εδάφη ενός πρώην συμμάχου ύστερα από τέσσερα χρόνια αιματοχυσίας· το φόβητρο της επανάστασης στον στρατό ήταν πολύ ισχυρό και οι εξελίξεις στη Γερμανία και στις άλλες ηττημένες χώρες δεν βοηθούσαν. Ο πόλεμος διά αντιπροσώπων ήταν μια κάποια λύση, άλλωστε στον πόλεμο είχαν χρησιμοποιηθεί με μέτρια αποτελέσματα και τα λεγόμενα αποικιακά στρατεύματα.
Ουσιαστικά η ελληνική συμμετοχή αποφασίστηκε έπειτα από απαίτηση της γαλλικής κυβέρνησης και ειδικά του πρωθυπουργού Κλεμανσό. Η γαλλική κυβέρνηση, θορυβημένη από το αντιπολεμικό πνεύμα ανάμεσα στα γαλλικά στρατεύματα, προσπάθησε να επανδρώσει την εκστρατεία στη νότια Ρωσία με αποικιακά και συμμαχικά στρατεύματα. Ο ελληνικός στρατός είχε αποκτήσει καλή φήμη ανάμεσα στους Γάλλους αξιωματικούς που πολέμησαν στα Βαλκάνια και θεωρούνταν γενικά «ξεκούραστος» σε σχέση με τους στρατούς των χωρών που είχαν λάβει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εξαρχής. Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να πιεστεί να συμμετέχει με αντάλλαγμα τη γαλλική υποστήριξη στις διεκδικήσεις της Ελλάδας στο Συνέδριο Ειρήνης. Στην πραγματικότητα η γαλλική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να υποστηρίξει τις ελληνικές διεκδικήσεις μονάχα στη Θράκη και όχι στην Κωνσταντινούπολη ή τη Σμύρνη.

Η ελληνική συμμετοχή στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία σχετιζόταν με τις εθνικές διεκδικήσεις στις διαπραγματεύσεις ειρήνης. Όπως το έθεσε ωμά, ο συνταγματάρχης τότε Πλαστήρας, «όπως σε κάθε εταιρεία μοιράζονται οι συνέταιροι τα κέρδη ανάλογα με τα κεφάλαια που διαθέτει ο καθένας, έτσι και κάθε χώρα που έλαβε μέρος στον πόλεμο αυτό θα πάρη μερίδιο ανάλογο με τη δύναμι που διέθεσε και τας θυσίας που υπέστη».

Με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του Ελληνικού Στρατού στις 18 Δεκεμβρίου 1918, ουσιαστικά προτρέπονταν αξιωματικοί άλλων μονάδων να αναλάβουν μονάδες του Α΄ Σώματος Στρατού που θα μετέβαινε στην Ουκρανία. Αρκετοί αξιωματικοί της Άμυνας και γενικότερα του βενιζελικού χώρου έσπευσαν να δηλώσουν συμμετοχή στην εκστρατεία. Ορισμένοι αξιωματικοί ρωτήθηκαν προσωπικά, με εμπιστευτική εγκύκλιο, εάν επιθυμούν τη συμμετοχή τους και ο αρχηγός του στρατού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος έγραψε ότι «η προσοχή μου επεστάθη εις την τοποθέτησιν αξιωματικών και υπαξιωματικών επιθυμούντων να μεταβούν εκεί». Επίσης εντυπωσιακό είναι πως στην εκστρατεία αυτή βρέθηκαν σχεδόν όλοι οι μετέπειτα πρωταγωνιστές όχι μόνο της στρατιωτικής αλλά και πολιτικής ιστορίας της χώρας: Νικόλαος Πλαστήρας, Στυλιανός Γονατάς, Γεώργιος Κονδύλης, Στέφανος Σαράφης, Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, Δημήτρης Ψαρρός, Διονύσιος Παπαδόγγονας κ.ά.
Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα ήταν προορισμένο να δράσει ως παράρτημα της γαλλικής στρατιωτικής επιχείρησης και τελικά υπό τις διαταγές των Γάλλων ανώτερων αξιωματικών. Την κατάσταση αυτή αναγνώρισαν στην πράξη οι Έλληνες αξιωματικοί όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Κωνσταντίνος Μανέτας. Σε κρίσιμες περιπτώσεις, η γαλλική διοίκηση, με αποικιοκρατική λογική, χρησιμοποιούσε κατά προτεραιότητα τις ελληνικές μονάδες, και για τον πρόσθετο λόγο της μεγάλης δυσαρέσκειας που επικρατούσε στις τάξεις των Γάλλων στρατιωτών που εκδηλωνόταν με φαινόμενα στάσεων και άρνησης εκτέλεσης εντολών.

Στις τάξεις του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος επικρατούσε απορία και δυσαρέσκεια για τον σκοπό της επιχείρησης. Τα αισθήματα αυτά εκφράζονταν χαρακτηριστικά με τους παρακάτω στίχους:
Πού μωρέ, πού
Πού σας πάει ο αρχηγός σας
στο μακρύ το δρόμο μπρος σας.
Και η απάντηση έδειχνε τον πραγματικό στόχο της εκστρατείας:
Πού μωρέ πού,
πού μας πάει ο αρχηγός μας.
Από τη Ρωσία σύρνει
δρόμος ίσια για τη Σμύρνη.
Η Βόρειος Ήπειρος στην ατζέντα
Πράγματι, τα ελληνικά στρατεύματα ύστερα από μια σύντομη και ατελέσφορη επέμβαση στην Ουκρανία θα μεταφερθούν στη Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919 για να αναλάβουν τον έλεγχο της Σμύρνης και της ευρύτερης περιοχής της. Οι ελληνικές διεκδικήσεις που είχε παρουσιάσει ο Βενιζέλος στο Παρίσι συμπεριλάμβαναν τη Βόρειο Ήπειρο, το σύνολο της Θράκης, την περιοχή της Σμύρνης και τα Δωδεκάνησα. Η υπογραφή όμως της συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία αργούσε οπότε η Ελλάδα δεν είχε λάβει τίποτε απτό εκτός από την απόσπαση της δυτικής Θράκης από τη Βουλγαρία με τη Συνθήκη του Νεϊγί και την ήδη εκεί παρουσία του ελληνικού στρατού. Οπότε η εντολή της Αντάντ για κατάληψη της Σμύρνης και της περιοχής της για την «τήρηση της τάξεως» σύμφωνα με την ανακωχή του Μούδρου (άρθρο 7: Οι Σύμμαχοι έχουν το δικαίωμα να καταλαμβάνουν κάθε στρατηγικό σημείο λόγω καταστάσεων που απειλούν την ασφάλεια των Συμμάχων) χαιρετίστηκε ως το πρώτο και αποφασιστικό βήμα για την ευόδωση των ελληνικών διεκδικήσεων που θα κατοχυρώνονταν στη συνθήκη ειρήνης.

Η ελληνική κατοχή άρχισε με τον χειρότερο τρόπο καθώς τα στρατεύματα που αποβιβάστηκαν στις 15 Μαΐου άνοιξαν πυρ στο πλήθος με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες. Ο Βενιζέλος παρενέβη άμεσα ζητώντας τη δίκη και εκτέλεση των αυτουργών αλλά η ζημιά είχε γίνει. Πολύ γρήγορα φάνηκε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια για μια κοινά αποδεκτή λύση, οι όποιες αποφάσεις θα περνούσαν μέσα από τη στρατιωτική επικράτηση της μιας ή της άλλης πλευράς.
Όλο το 1919 πέρασε καθώς οι Σύμμαχοι περίμεναν την αμερικανική απόφαση για την αποδοχή μιας «εντολής» στα οθωμανικά εδάφη και συγκεκριμένα την υιοθέτηση της νεοσύστατης Αρμενίας. Εντέλει τον Ιανουάριο του 1920 το αμερικανικό Κογκρέσο αρνήθηκε την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών αλλά και αυτής ακόμη της αμερικανόπνευστης Κοινωνίας των Εθνών οδηγώντας σε έναν σύντομο αμερικανικό απομονωτισμό.
Καθώς ο χρόνος κυλούσε αντίστροφα για την υπογραφή της τελικής συνθήκης ειρήνης, η ελληνική πλευρά κατόρθωσε να διευρύνει την παρουσία της στη Μικρά Ασία ως μέσο πίεσης προς την τουρκική πλευρά, που είχε πλέον διχοτομηθεί ανάμεσα στην επίσημη τουρκική κυβέρνηση και το ανερχόμενο κεμαλικό κίνημα. Τον Ιούνιο του 1920, λίγο πριν από την υπογραφή της συνθήκης, ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία έφτασε τους 100.000 άνδρες και ξεκίνησε την προέλασή του προς τα ανατολικά καθώς έγινε δεκτό το ελληνικό αίτημα για διεύρυνση της ελληνικής ζώνης κατοχής. Στις 25 Ιουνίου ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει στη γραμμή Προύσα – Ουσάκ βαθιά μέσα στην Τουρκία. Οι τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν χωρίς να καταστραφούν και έπειτα από λίγες μέρες ξεκίνησαν οι επιθέσεις στις παρυφές του μετώπου και η ανάγκη για ενισχύσεις και περαιτέρω προέλαση.
Συνθήκη Σεβρών. Ο ανεφάρμοστος «θρίαμβος»
Η Συνθήκη των Σεβρών υπογράφτηκε τελικά στο ομώνυμο παρισινό προάστιο στις 10 Αυγούστου 1920, σχεδόν δύο χρόνια μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Η υπογραφή της σήμαινε την οριστική διάλυση δια του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χάνοντας το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της που ήταν άμεσα υπό την κυριαρχία της ή αυτόνομα μεν αλλά υποτελή σε αυτή. Μέσα από 433 άρθρα, η συνθήκη αυτή που έμελλε να μην εφαρμοστεί ποτέ στην ολότητά της, καθόριζε τη διανομή των εδαφών αυτών στους νικητές του πολέμου, υπό τη μορφή «εντολών», μια ελάχιστα συγκαλυμμένη μορφή αποικιοκρατίας, έως ότου υποτίθεται οι λαοί τους μπορέσουν να σταθούν στο ύψος του πολιτισμού που απαιτεί η σύγχρονη κρατική οργάνωση και συνοδεύει το επίσης σύγχρονο δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Η Συνθήκη των Σεβρών ταυτίζεται στη δημόσια Ιστορία με τον θρίαμβο της ελληνικής διπλωματίας αλλά στην πραγματικότητα φιλοδοξούσε να καθορίσει το σύνολο των εκκρεμοτήτων που αφορούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και όχι μόνο τις ελληνικές διεκδικήσεις. Η Ελλάδα των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών δεν ήταν παρά μόνο ένας εταίρος στη χορεία των ωφελουμένων. Από τη μεριά των ηττημένων, για την Τουρκία πλέον, υπέγραφαν ο στρατηγός και γερουσιαστής Μεχμέτ Χααντί πασάς, ο γερουσιαστής Ριζά Τεφίκ μπέης και ο πρέσβης της Τουρκίας στην Βέρνη της Ελβετίας Ρετσάτ Χαλίς μπέης. Από την άλλη πλευρά, παρήλαυναν οι «κύριες» Σύμμαχες Δυνάμεις, δηλαδή η Βρετανική Αυτοκρατορία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, και πιο κάτω οι υπόλοιποι, νέοι και παλιοί, Αρμενία, Βέλγιο, Χεζάζη, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων και η Τσεχοσλοβακία· ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

γερουσιαστής Ριζά Τεφίκ μπέης, ο πρέσβης της Τουρκίας στη Βέρνη Ρετσάτ Χαλίς μπέης και ο στρατηγός Μεχμέτ Χααντί πασάς
Οι τελικές αποφάσεις είχαν παρθεί από τον Απρίλιο του 1920 στη Συνδιάσκεψη του Σαν Ρέμο στην Ιταλία, οπότε και ζητήθηκε από τους Οθωμανούς να στείλουν τους αντιπροσώπους τους στη συνδιάσκεψη της ειρήνης. Ως μέσον πίεσης πιθανόν επιτράπηκε στην Ελλάδα να προωθήσει τα στρατεύματά της ως την Προύσα και να καταλάβει την ανατολική Θράκη ως τη γραμμή της Τσατάλτζας. Οι όροι της ειρήνης παραδόθηκαν χωρίς διαπραγματεύσεις στους ηττημένους τον Μάιο στο Παρίσι. Για τους Οθωμανούς η Συνθήκη αντιστοιχούσε όχι μόνο σε απώλειας της ανεξαρτησίας τους αλλά και αυτής της ύπαρξης του κράτους τους όπως το γνώριζαν.
Τα στενά του Βοσπόρου ουσιαστικά θα διεθνοποιούνταν και η πλεύση θα ήταν ελεύθερη για όλα τα κράτη. Επίσης ορισμένα λιμάνια αποκτούσαν διεθνή σημασία και ως εκ τούτου μετατρέπονταν σε «ελεύθερες ζώνες», στην Πόλη από τον Άγιο Στέφανο ως το Ντολμαμπαχτσέ στην Ευρώπη και το Χαϊντάρ Πασά στην Ασία, η Σμύρνη, η Αλεξανδρέττα, η Χάιφα, η Μπάσρα, η Τραπεζούντα, το Βατούμ. Τα Στενά και η Θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα) θα ελέγχονταν από διεθνή επιτροπή με έδρα την Κωνσταντινούπολη, δική της σημαία και αστυνομική δύναμη. Τα Στενά και οι όχθες του Μαρμαρά θα ήταν αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. Όσο η Τουρκία συμμορφωνόταν με τους όρους αυτούς, θα της επιτρεπόταν να κρατήσει την Πόλη ως πρωτεύουσά της. Ο τουρκικός στρατός δεν επιτρεπόταν να ξεπεράσει τους 50.700 άνδρες.
Αρμενικό κράτος, δημοψήφισμα για Κουρδικό
Η Αρμενία αναγνωριζόταν ως κράτος και μάλιστα περιλαμβανόταν στους υπογράφοντες τη Συνθήκη. Τα βιλαέτια του Ερζερούμ, της Τραπεζούντας, του Βαν και της Τιφλίδας θα αποτελούσαν το έδαφός της έπειτα από καθορισμό των συνόρων με τη διαιτησία του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Το άρθρο 230 της Συνθήκης απαιτούσε να παραδώσει η Τουρκία τα άτομα που ήταν υπεύθυνα για τις σφαγές που διαπράχτηκαν από το καλοκαίρι του 1914, ουσιαστικά τους υπεύθυνους για την αρμενική γενοκτονία. Ένα δημοψήφισμα προβλεπόταν επίσης για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους που θα συμπεριλάμβανε και την περιοχή της Μοσούλης, όχι όμως και γενικότερα τους Κούρδους του βρετανικού Ιράκ ή της γαλλικής Συρίας. Αναγνωριζόταν επίσης η μειονότητα των Ασσυροχαλδαίων και η ανάγκη προστασίας τους.
Οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί θα συγκροτούσαν δημοσιονομική επιτροπή που θα διαχειριζόταν τον τουρκικό προϋπολογισμό και την κυκλοφορία του νομίσματος, αναβιώνοντας ουσιαστικά την Επιτροπή Διαχείρισης του Οθωμανικού Χρέους του 1881. Και περαιτέρω ακόμα θα αναβίωναν οι πάλαι ποτέ διομολογήσεις καθιστώντας το υπόλειμμα του οθωμανικού κράτους μια διεθνή αποικία, ένα είδος αποικιακού οικονομικού παραδείσου με ελευθερία κίνησης για άτομα, εμπορεύματα και μεταφορές. Όχι για όλους βέβαια, οι περιουσίες των πολιτών των ηττημένων, της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας θα ρευστοποιούνταν.
Το μεγαλύτερο μέρος πάντως της αυτοκρατορίας θα μετατρεπόταν σε αποικιακή ζώνη και επίσημα, μέσα από το καθεστώς των εντολών. Η Γαλλία έπαιρνε ως ζώνη επιρροής την περιοχή της Κιλικίας και της ανατολικής και κεντρικής Ανατολίας ψηλά ως τη Σεβάστεια και τη νεοσύστατη Συρία. Η γαλλική εντολή περιλάμβανε μια περιοχή 160.000 τ.χλμ. με πληθυσμό 3.000.000 κατοίκων που συμπεριελάμβανε τον Λίβανο και τη Συρία. Η Ιταλία κατοχύρωνε τα Δωδεκάνησα που κατείχε από το 1912 αλλά και εξασφάλιζε ως ιταλική σφαίρα επιρροής τη νότια και δυτική Ανατολία με την Αττάλεια και το Ικόνιο.
Η Βρετανία ανέλαβε την εντολή για τη Μεσοποταμία, που περιλάμβανε τα εγιαλέτια της Βαγδάτης, της Μπάσρα και της Μοσούλης και που θα μετατρεπόταν στο κράτος του Ιράκ. Επίσης ανέλαβε την εντολή για την Παλαιστίνη ενώ στη Συνθήκη ενσωματωνόταν στο άρθρο 95 η δήλωση Μπάλφουρ για τη δημιουργία μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό. Η Χεζάζη αναγνωριζόταν ως ανεξάρτητο βασίλειο που περιλάμβανε τους ιερούς τόπους της Μέκκας και της Μεδίνας. Η Τουρκία αναγνώριζε επίσης αναδρομικά την απώλεια της Αιγύπτου, του Σουδάν, της Κύπρου, του Μαρόκου, της Τυνησίας, της Λιβύης, των νησιών του Αιγαίου πελάγους.
Η Ελλάδα ήταν σίγουρα ένας από τους μεγάλους κερδισμένους με βάση τη Συνθήκη των Σεβρών. Απέκτησε το δικαίωμα διοίκησης της περιοχής της Σμύρνης για πέντε χρόνια με πρόβλεψη για τοπικό δημοψήφισμα που μπορούσε να επικυρώσει την οριστική ένωση της περιοχής με το ελληνικό κράτος. Αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία στη δυτική Θράκη και η ενσωμάτωση της ανατολικής Θράκης ως την Τσατάλτζα ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει έξοδο στη Μαύρη Θάλασσα και στα Στενά, σε αντίθεση με τη Βουλγαρία που έχανε τις ελπίδες εξόδου στο Αιγαίο Πέλαγος. Επίσης κατοχύρωνε τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, Χίο, Λήμνο, Λέσβο κ.ά. αλλά και Ίμβρο και Τένεδο. Σε μια ελληνοϊταλική μάλιστα συμφωνία στο περιθώριο των εργασιών της Συνθήκης, η Ιταλία συμφωνούσε στην παραχώρηση των Δωδεκανήσων εκτός της Ρόδου υπό την προϋπόθεση της γενικότερης εφαρμογής της συνθήκης.
Νεκρό γράμμα
Όπως όλοι γνωρίζουν, η Συνθήκη δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αντιθέτως οι συζητήσεις για την αλλαγή της ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως όπως και οι διαφορετικές προσεγγίσεις των συμμάχων απέναντι στην απειλή του κεμαλικού κινήματος. Οι Βρετανοί προέκριναν τη στρατιωτική λύση διά της επιβολής απέναντι στους κεμαλικούς χρησιμοποιώντας βέβαια για τον σκοπό αυτό τα ελληνικά στρατεύματα ενώ οι Γάλλοι, καθώς και οι Ιταλοί, προτίμησαν την πολιτική οδό προσέγγισης και διαπραγμάτευσης με τον νέο αυτό πόλο εξουσίας στην περιοχή.

Οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920 στην Ελλάδα και η βαριά ήττα των Φιλελευθέρων και του Βενιζέλου προσωπικά είχαν άμεσο αντίκτυπο στην εφαρμογή της συνθήκης. Τόσο οι Βρετανοί όσο και οι Γάλλοι και Ιταλοί διαμήνυσαν ότι η επιστροφή του ανεπιθύμητου Κωνσταντίνου τούς αποδέσμευε από κάθε υποχρέωση επικύρωσης της συνθήκης. Οι Βρετανοί βρήκαν την ευκαιρία να δεσμεύσουν την Ελλάδα στο άρμα της πολιτικής τους χωρίς παρεκκλίσεις με αντάλλαγμα την ανοχή στην επιστροφή του Κωνσταντίνου. Οι Γάλλοι από την άλλη ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τα ελληνικά συμφέροντα σε μια διαπραγμάτευση με τον Κεμάλ για να διασώσουν τη δική τους επιρροή στην Κιλικία. Η προσέγγιση του τελευταίου με τους Σοβιετικούς που είχαν επιβιώσει του εμφυλίου πολέμου και της διεθνούς επέμβασης και το Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας τον Μάρτιο του 1921 ήταν μια πολύ δυσοίωνη προοπτική για τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή.

Ο ελληνικός στρατός φαινόταν ότι δεν μπορούσε πια να επιβληθεί και να επιβάλει τη συνθήκη που έμοιαζε πολύ γρήγορα εκτός εποχής. Ούτε η πανστρατιά και οι συμβολισμοί με την παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου στις 29 Μαΐου 1921 στη Μικρά Ασία ούτε η προέλαση ως το Εσκί Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ μπορούσαν να φέρουν την τελική λύση. Αντιθέτως, τον Οκτώβριο του 1921 υπογράφηκε σύμφωνο μεταξύ της Γαλλίας και του Κεμάλ και η Ελλάδα ουσιαστικά εναπόθεσε τις όποιες ελπίδες της στη Βρετανία άνευ όρων. Από τότε και έπειτα ο δρόμος οδηγούσε αναπόφευκτα προς την καταστροφή και την απώλεια όχι μόνο της Σμύρνης αλλά και της ανατολικής Θράκης. Η καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού επισφραγίστηκε με την Συνθήκη της Λωζάννης που αντικατέστησε τις προβλέψεις των Σεβρών.
* Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης
** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #90 του Hot.Doc History που κυκλοφόρησε στις 9 Αυγούστου 2020. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης
Διαβάστε επίσης:
Εθνική οµογενοποίηση ή ανακατανοµή ισχύος;
Μεταπολίτευση: Το πολιτικό μωσαϊκό της πρώτης ελεύθερης μέρας
Κύπρος, Ιούλιος 1974. Ο Ιωαννίδης, ο Σαμψών και το ραντεβού στη βίλα του Λαμπράκη
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια